Category: Γράμματα στην Ρέα.

  • Γκράφιτι

    Πριν λλία χρόνια εσυλλάβαν ένα μιτσή στην παλιά Λευκωσία επειδή έκαμνε γκράφιτι. Βασικά αποφάσισε να ομορφύνει μια παλιά, εγκαταλελημένη τράπεζα με σχέδια. Τούτο δεν άρεσε, είτε σε τζείνους που είχαν την τράπεζα είτε στους υπεύθυνους του νόμου, τζαι εμπαγλαρώσαν τον.

    Εν μια που τζείνες τες περιπτώσεις, που το όμορφο δεν είναι αναγκαία, νόμιμο. Εν πα να είσαι ο Λιπέρτης, δεν έσιεις δικαίωμα να πογιατίσεις έστω τζαι ένα τοίχο, αν δεν πιάσεις άδεια που τζείνο που τον έσιει πρώτα.

    Που με φέρνει σε ένα άλλο θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει σαν κοινωνία εν καιρώ κρίσης.

    Εν φανερό, ότι οι τοίχοι σε δημόσια θέα, πλέον αποτελούν όφκιερους καμβάδες για να πιτά με τα σπρέυ ο κάθε αχάπαρος. Μεν μου πείτε ότι εν εσιάστικε το μάτι σας ότι τα τελευταία χρόνια εγεμώσαν οι τοίχοι της Λευκωσία με τες αηδίες του ΕΛΑΜ. Όπου δικλήσεις, γράφουν μιαν πελλάρα οι ΕΛΑΜιτες τζαι παν την άλλη μέρα τα κόκκινα αρνιά τζαι είτε σβηννουν την είτε αλλάσουν το τι γράφει. Να μεν αναφερτώ στες ομάδες. Άλλο λλίο εννα γράφουν «Άου 79» πας τες κοτζιάκαρες που καρτερούν λεωφορείο στο άγαλμα.

    Εκατάντησε η πόλη, σαν τετράδιο κακού μαθητή του γυμνασίου. Γεμάτη ανορθόγραφες λέξεις. Ασπούμε εν δυνατόν να πα να γράψεις κάτι δημόσια τζαι να το γράφεις τζαι λάθος ρε παίχτη μου. Άκουσε μου τζεί, «Ύμαστε Έλλινες». Τζαι δώστου οι δημοτικοί υπάλληλοι να γυρίζουν με την πογιά την άσπρη να σβήννουν τες πελλάρες, κάμνωντας σιειρόττερη την αισθητική του τόπου. Εγέμωσε η Λευκωσία τζίζες τζιαι ττίπεξ.

    Πού το πάω;

    Δεδομένο πρώτο, το κράτος εν έσιει λεφτά να καθαρίζει τες πελλάρες του κάθε αθκιασερού, κακομαθημένου φοιτητή που την είδε χούλιγκαν. Δεδομένο δεύτερο, το γκράφιτι, είναι τέχνη τζαι έσιει παραπάνω αισθητική που το «Γ-ΕΛΑΜ-Ε» τζαι το «ΕΛΑΜ-ΟΥ». Τελευταίο δεδομένο, η φαντασία των κοπελλουθκιών δεν φτάνει ως το γαμώ το ΑΠΟΕΛ.

    Υπάρχουν μιτσιοί (τζαι μεγάλοι) που έχουν φαντασία τζαι ξέρουν να ζωγραφίζουν. Χρειάζουνται απλά την ευκαιρία. Γιατί όχι, να δώκει η πολιτεία, τουλάχιστον τους δημόσιους τοίχους, σε ανθρώπους που θέλουν τζαι μπορούν να εκφράσουν την τέχνη τους. Είτε τζείνο εν μιτσιοί με σπρέυ για να κάμουν γκράφιτι, είτε εν ζωγράφοι για μια οικαστική παρέμβαση τζαι γιατί όχι, είτε εν τα κοπελλούθκια του δημοτικού τζαι του γυμνασίου σαν μάθημα τέχνης.

    Σκεφτείτε την πόλη, γεμάτη με σχέδια, παρά με τα αίσχη που θωρούμε σήμερα γυρώ μας. Εννα εν κάτι όμορφο τζαι θα ανοίξει πολλές πόρτες για κοινωνικό ενδιαφέρον αλλά τζαι για την ανάπτυξη της ποιότητας ζωής. Το πρόβλημα είναι ότι η ιδέα εν πρωτοποριακή τζαι στην χώρα μας είμαστε πρωτοπόροι μόνο στα κουρέματα τζαι τες απατεωνιές.

  • Ελληνικά

    ‘Οσσον τζαι έκατσε στην ξύλινη, κουνιστή καρέκλα εθυμήθηκε ότι εν ελάθκιασε την σαλάτα. Εχάδεψε, τες στρογγυλές, σκαλιστές άκρες των σιερκών τζαι εσηκώθηκε αποφασιστικά. Εμέτρησε 3 κουταλιές της σούππας, λάδι που το καλό τζαι έσφιξε μισό λεμόνι. Η γενέκα του επερίπαιζε τον αμα τον εθώρε να ετοιμάζει τα σαλατικά.

    «Η σαλάτα θέλει ένα σπάταλο στο λάδι, Γιώργο. Σε λίγο θα το μετράς με το σταγονόμετρο εσύ».

    Ο Γιώργος συνήθως εμαίρευκε, τζείνη εν ήταν ποττέ καλή τζαι ούτε της άρεσκε. Μπορεί καμιά φορά να ετοίμαζε κανένα σάντουιτς, αλλά ως τζιαμέ. Ως επι το πλείστο, εσούζετουν πάνω στην καρέκλα, έκαμνε του παρέα τζαι εκάπνιζε κάτι τσιγάρα λεπτά τζαι μακριά. Τα μαξιλάρκα της καρέκλας, μυρίζουν ακόμα, τσιγάρο τζαι άρωμα.

    Άκουσε τα ξύλινα σκαλιά της πίσω σκάλας να κτυπούν γλήορα. Τα βιαστικά βήματα του γιού του, όπως τες σφαίρες της τουρτούρας. Ψηλός, λιγνός, άχαρος με καστανόξανθα, ακούρευτα μαλλιά. Επικίνδυνα κοντά στα 30 του χρόνια, για κάποιο που μινήσκει με τον παπά του τζαι ππέφτει στο παιδικό του δωμάτιο.

    Εφόρεν το φωσφοριζέ, κίτρινο γιλέκο του δήμου τζαι που κάτω, μια φανέλλα μαύρη με μπλέ έντονα γράμματα.

    Ο Γιώργος εζάβωσε το δείν του, εβλεφάρισε τζαι ερώτησε απορημένος, με μια δόση ειρωνείας στην φωνή του. «Ήντα που εν τζείνη η φανέλλα που φορείς;»

    «Εγόρασα την που τον σύλλογο. Ήντα που έσιει;» απάντησε αδιάφορα ο Αντωνής.

    «Εν σου είπαν τίποτε οι συναδέλφοι σου που φορείς έτσι φανέλλα στην δουλειά;»

    «Σιγά να μεν κόψει τους συναδέλφους μου, τι φορώ την ώρα που κόφκω εισιτήρια του πάρκινγκ.»

    «Ρε Αντωνή, τι σημαίνει ‘Μένω Κύπρο, Μιλάω Ελληνικά’. Γιατί πρέπει να το γράφει η φανέλλα σου;»

    Με γεμάτο το στόμα ραφκιόλες, ο Αντωνής είπε. «Εγεμώσαμε πουτούντους ξένους. Ούλλες οι ράτσες εσυνακτήκαν δαμέσα. Τωρά το καλοτζαιρί, εν φαντάζεσαι πόσες τιτσιρόκωλες Εγγλέζες τζαι Σουηδέζες έρκουνται στην θάλασσα. Να μεν πω για τους Φιλιππινέζους τζαι τους Αράπηες. Είμαστεν Έλληνες, τούτος ο τόπος εν Ελληνικός. Πρέπει να το δείχνουμε, να είμαστε περήφανοι!»

    Ο Γιώργος, έκατσε πίσω στην κουνιστή καρέκλα. Σε μια τελευταία προσπάθεια να αναγκάσει το γιό του να σκεφτεί λογικά, ερώτησε. «Καλά ρε Αντωνή, σε ποιους απευθύνετε το μήνημα;».

    «Σε τούτους ούλλους τους κουβαλητούς, ρε παπά!» επολοήθηκε ο Αντωνής τζαι εφάτζησε το πιρούνι πας το πιάτο.

    «Ε, πως θα θκιεβάσουν την φανέλλα, αμα εν μιλούν Ελληνικά ρε χρυσέ μου γιέ;»

    «Να μάθουν να μιλούν, άμα εν στην Κύπρο. Δαμέ τούτη τη γλώσσα μιλούμε!» απάντησε ο γιός του, τζαι εσυνέχισε να ρουφά βιαστικά το μεσημεριανό του.

    Εβουλιαξε στα μαξιλάρκα, επαραδόθηκε στην ζεστή, γνώριμη μηρωθκιά της γενέκας του. Ένιωσε ξανά ότι εν μάταιο να συνεχίσει την συζήτηση.

  • Άης-Βασίλης

    Εκάθουμουν μπροστά που το τζάκι τζαι εκράτουν την κόρη μου πας στα γόνατά μου. Έππεφτεν πάνω μου, τζαι απλώναμε μαζί τα πόθκια μας πας στην άκρα της φωθκιάς ώσπου να κρούσουν λλίον οι κλάτσες μας τζαι να τραβήσουμε πίσω.
    Γέλιο, χαρά, αγκαλιές, φιλιά. Ούτε τηλεόραση, ούτε ράδιο. Μόνο εγώ, το μωρό τζαι η μαγευτική ιδιότητα της φωθκιάς να καταστρέφει κάτι για να μας ζεστάνει.

    Γυρίζει η κόρη μου τζαι λαλεί μου. «Παπά, ο Άης-Βασίλης έννα κατεβεί που το τζάκι;». Σχεδόν αδιάφορα, απάντησα: «Έτσι λαλεί η γιαγιά αγάπη μου. Ξέρω γω;».Είδε για λλίη ώρα την φωθκιά. Έγυρε πάνω μου ξανά τζαι επόκνιασε τα μιτσιά της κοκκαλούθκια. Όπως το καττί που κουρνιάζει στο καπό του αυτοκινήτου τες νύχτες του σιειμώνα που εν κρυάδα, ετράβησε τα πόθκια της πάνω στο στήθος της τζαι έσυρεν ένα γελούι.Έσιει κάτι μαουλούθκια όπως τα μήλα τα άγουρα. Τα αμματούθκια της έχουν κόρες μεγάλες, σαν τα κάστανα τζαι άμα γελά, ππέφτουν τα πεπέ μπροστά τζαι εν θωρεί. Εκαθάρισε το μέτωπό της τζαι είπε μου, «ο Άης-Βασίλης εν πασιής», τζαι εσυνέχισε να χαμογελά. «Τζαι επειδή εν πασιής; Τι σημαίνει;», απάντησα.

    «Ε, έννα τον φορεί να μπει που την καμινάδα τον Άη-Βασίλη; Αφού εν πασιής», είπε.
    Εγέλασα με την παρατήρησή της. Έδωκα της ένα φιλί τσακριστό τζαι είπα «Ο παππούς σου λαλεί ότι η σωλήνα του τζακιού μας εν ‘κοσπέντε μιλίμετρα τζαι έννα τον χωρέσει.»

    Εσοβαρεύτηκεν απότομα. Άπλωσε για λλίον το πόδι της μπροστά στην φωθκιά τζαι μόλις ένιωσε να κρούζει ετράβησε το πίσω. Ίσιωσε την ράσιην της τζαι εγύρισε τζαι εθώρεν με. Είσιεν ένα ύφος που εν εσήκωννε περιπαίξιμο.
    «Άμα κατεβεί που το τζάκι ο Άης-Βασίλης, έννα κρούσει το κολίν του, παπά! Δε, το τζάκι κρούζει. Κοίτα το!»
    Εκρέμμετουν που τα σιείλη μου τζαι επερίμενε απάντηση. Εσκέφτηκα ότι, μπορώ να πλάσω μια ιστορία με απίστευτες συγκυρίες για να την πείσω ότι υπάρχει πράγματι ένας άνθρωπος που φορεί κότσινα ρούχα, γυρίζει τες καμινάδες τζαι αφήνει δώρα.

    Τούτες εν οι απλές απορίες ενός μωρού θκυόμισι χρονών. Να της δικαιολογήσω μια ιστορία που εν φκάλλει νόημα; Σε λλία χρόνια να πλάσω μια άλλη ιστορία για το πώς τα καταφέρνει ο Άης-Βασίλης τζαι πάει παντού, τζαι εν παντού, συνέχεια. Στο τέλος να πρέπει να δικαιολογήσω το γιατί ο Άης-Βασίλης πάει σε κάποια μωρά τζαι σε κάποια άλλα εν πάει.
    Γιατί όμως; Εν υπάρχει λόγος. «Τα δώρα φέρνει τα ο παπάς τζαι η μάμμα, αγάπη μου. Εν έσιει Άη-Βασίλη», είπα της, τζαι εχάδεψα της τα σγουρά της μαλλιά.

    «Α, καλά», είπε. Σαν να τζαι εφκάλλαν ούλλα νόημα τωρά. Έππεσεν πάνω μου ξανά τζαι εποτζοιμήθηκεν σιγά – σιγά.

  • Στερεότυπα Καλαμαράες

    – Τα κοπελλούθκια τούτες τες μέρες έν’ όπως τα καθυστερημένα. Άκουσες ποττέ σου καλαμαρούι να μιλά; Ξεκινούν τζ’αι μιλούν τζ’αι η γλώσσα τους πάει φουσ’έκκιν. Γυρίζουν τες λέξεις όπως τον μύλο που αλέθει τες ελιές, ρε φίλε. Εμάς τα κοπελλούθκια ξεκινούν να συντύχουν τζ’αι πριν να πουν μιαν πρόταση, συγχύζονται, χάνουν τα, ξεχάννουν τι είσ’εν να πουν. Τζ’αι τα ελληνικά τους; Να μεν το συζητήσουμε καλύτερα. Ούτε λεξιλόγιο έχουν, ούτε τίποτε. Εμαννέψαν ούλλα πά’ στα φέισπουκ τζ’αι τα πλέιστέσιον.
    – Ναι, ρε. Αφού οι καλαμαράες έχουν το μες στο αίμα τους. – Είντα, οι καλαμαρίνες! Άκουσες καλαμαρίνα να μιλά; Έν’ σαν να τζ’αι πιάννεις σε ροζ γραμμή, ρε. Είνταλως τα καταφέρνουν οι μαυρογέρημες! Να μας ακούσει τζ’αι η γεναίκα μου τωρά ρε τζ’αι να μας αρρώσει.
    – Κανεί ρε, εν τζ’αι είπες τζ’αι κανένα ψέμα. Να μάθει να συντυχάννει τζ’αι τζ’είνη έτσι τζ’αι ύστερα να έσ’ει απαίτηση.
    – Οι καλαμαράες έν’ πιο πολύστροφοι ‘που εμάς ρε.
    – Είντα πολύστροφοι, ρε πελλέ, εν τζαι έν’ μηχανές ττου-στροκ, έν’ αθρώποι.
    – Εννοώ στροφάρει πιο γλήορα ο εγκέφαλος τους, ρε. Σκέφτουνται πιο γλήορα ‘που τους Κυπραίους. Του Κυπραίου λαλείς του μιαν κουβέντα τζ’αι θέλει τζ’αι πέντε λεπτά να παλάρει. Ο καλαμαράς ξεκινά να σου μιλά πριν να τελειώσεις την κουβέντα σου.
    – Ε, καλά όμως. Λαλούμε, λαλούμε για τους Κυπραίους τζ’αι τους καλαμαράες. Την δουλειά που εννά σου φκάλει ένας Κυπραίος σε μια μέρα, ο καλαμαράς εν θα σου την φκάλει σε μιαν εφτομάδα. Ούλλο λόγια ένι τζ’αι λαφαζανιές. Άμα έν’ για να δουλέψουν,έν’ τέλεια κουνόσσ’υλλοι τζ’αι παραπόττες.
    – Τζ’αι εγέμωσεν ο τόπος ρε! Πού εβρεθήκαν τούτοι ούλλοι οι καλαμαράες! Εφύαν ούλλοι ‘που την Ελλάδα τζ’αι εκουβαληθήκαν δαμέσα. Σαν να τζ’αι έσ’ει παραπάνω δουλειές δαμαί. Έν’ η κουβέντα ότι δουλεύκουν με κάτι μισθούς πείνας που συφφέρει τους μαστόρους να τους διούν δουλειά. Ο Κυπραίος θέλει τα διπλάσια ‘που τον καλαμαρά.
    – Ναι, αλλά ο Κυπραίος φκάλλει παραπάνω δουλειά.
    – Σίουρα ρε. Τούτον έν’ δεδομένο, οι καλαμαράες μόνο να συντυχάννουν τζ’αι να πίννουν τσιάρο. Έχουμεν τζ’είνον τον Γιάννη τζ’αμαί στην αποθήκη εμείς. Που την ώρα που έρκεται δουλειά ώς την ώρα που σκολάννει, ππάφφα-ππούφφου τζ’αι πούρου-πούρου.
    – Εν τζ’αι έν’ καλαμαράς, ρε αχάπαρε, τζ’είνος.
    – Καλό είνταν που ένι;
    – Εν πο’ τούντους Γεωργιανούς, είντα θκιάολο τους λαλούν.
    – Έννεν Ρώσσοι ρε τούτοι;
    – Όι ρε, έννεν Ρώσσοι. Αφού μιλούν ελληνικά τζ’αι έν’ Ορθόδοξοι. Έν’ καλαμαράες που αναγιωθήκαν στη Γεωργία.
    – Έν’ γι’ αυτό που φακκά νάκκον η γλώσσα του καλό.
    – Ε, αλώπως ρε. Τέλοσπαντων, έναν έν’ το σίουρον, κουμπάρε. Σε λλία χρόνια οι Κυπραίοι εννά έν’ μειονότητα στην Κύπρο. Πίννεις άλλο μια ζιβανία να σου γείρω;
    – Πίννω κουμπάρε.
    – Άτε, εΐβα τζ’αι καλές γιορτές

  • Οι ξένοι του χωρκού

    Στην πανέμορφη πλατεία του Παλαιχωρκού οι γέρικοι πλάτανοι κάμνουν σκιά στους θαμώνες των τριών καφενέδων. Κάτω που το οσσιόν, έγυρα πίσω τζαι απόλαυσα μπύρες παγωμένες τζαι νερό καθαρό, σιόνι που τες φουντάνες του χωρκού καμπόσες φορές.

    Να μεν τα πολλολοώ, άρεσκει μου τόσο πολλά. Τόσο πολλά, που είπα να πάω τζαι την νύχτα που θα είσιεν συναυλία του συγκροτήματος «Μεσόγειος». Πιάννω λοιπόν την φαμίλια μου, την Παρασκευή το δείλις, τζαι επήα που νωρίς στην πλατεία για να πιάω τραπεζούι.

    Η πλατεία, στρωμένη, συσταρισμένη. Τα τραπεζούθκια στοιχιμένα, σάννα τζαι θα εγίνετουν γάμος. Πάω σε ένα καφενέ «Καλησπέρα» λαλώ. «Τα τραπεζούθκια εν κρατημένα οξά να κάτσουμε όπου έβρουμε;». Ο ιδιοκτήτης του καφενέ, είδε με ένα ύφος απορίας αλλά τζαι συγκρατημένου πανικού. Που εβρέθην τούτος τωρά να μας χαλάσει, τόσο συστάρησμα, τόση προετοιμασια;

    «Που να τον κάτσω;» πρέπει να εσκέφτηκε.

    «Κουμπάρε» λαλεί μου «τα τραπεζούθκια εν ούλλα κρατημένα». «Αφού προχτές αρώτησα την κορού που δουλέφκει δαμέ» είπα «τζαι είπε μου ότι εν χρειάζεται κράτηση».

    Τότε επαίχτηκε η ερώτηση κλειδί. «Πόθθεν έρκεστε;» λαλεί μου. «Είμαστε Λευκωσιάτες» απάντησα.

    Εσυκώθην πάνω ο καφετζιής τζαι εδιάταξε «Κάτσε κουμπάρε τζιαμέ, τζαι εννα σε κανονίσω». Μέσα σε 5 λεπτά, εστύθηκε τζαινούρκο τραπέζι για να κάτσουμε. Εταράξαν ποτζεί, εκουντήσαν ποδά, στο τέλος εκανονίσαν μας.

    «Κορού» εφώναξε «έλα να πιάεις παραγγελία που τους ξένους μας».

    Ακούωντας την λέξη τούτη, ένιωσα μιαν παρυορκάν τζαι γιατί όχι, μια κάποια περηφάνια που είμουν κομμάτι τούτης της κοινωνικής συνδιαλλαγής. Τζαι όμως, σε τούτο το χάος που ζούμε, στα χωρκά μας, υπάρχει ακόμα η έννοια του ξένου, που έρκεται στον τόπο μας τζαι πρέπει να του φερτούμε άψογα.

    Το χωρκό, γίνεται ένα μεγάλο σπίτι, οι χωρκανοί μια οικογένεια τζαι ο οικοδεσπότης πρέπει να φροντίσει να σου προσφέρει ούλλες τες ανέσεις, να μεν φύεις κακοφανισμένος τζαι να κακολοείς το χωρκό ύστερα.

    Την ώρα του φαγιού, ανάμεσα σε μουσική, χορούς τζαι ποτό, επήα να βάλω πατάτες του φούρνου. Έτυχε τζαι εσυκώνναν τα, να τα φυλάξουν. Μόλις με είδε ο μάγειρας, εκούμπησε πίσω την πιατέλλα τζαι λαλεί μου «Είσαστε οι ξένοι μας εσείς; Έτσι πατάτες, δεν θα ξαναφάεις κουμπάρε.» είπε μου. «Να έρτετε όμως καμιά καθημερινή, που εν θα έσιει έτσι παναύρι, να σας τραττάρουμε όπως πρέπει».

    Είδα τον, εχαμογέλασα του τζαι εφάτζιησα του φιλικά στην ράσιη. «Να είσαι σίουρος ότι θα ξανάρτουμε, κουμπάρε» είπα, τζαι έκατσα να απολάυσω μια όμορφη βραδιά που εμύριζε Κύπρο που παντού. Που τα πλατάνια, τες πατάτες τζαι τη σούβλα ως τα γιασεμιά, τα τριαντάφυλλα τζαι την φωνή της Βασιλικής.