Category: Ιστορίες

  • Ο περίπατος

    Η μέρα ήταν υγρή.

    Ίσιεν βρέξει την προηγούμενη νύχτα τζιαι ούλλο το πρωινό ήταν μουντό τζιαι λυπημένο. Ο ουρανός εκατέβασε τα μούτρα του τζιαι έχωσε τον ήλιο που έκρουζε την ατμόσφαιρα τόσο καιρό.

    «Στην Κύπρο, ο Χειμώνας μοίαζει να μπαίνει κρυφά που την πίσω πόρτα. Ώσπου να τον σιαστεί το Καλοκαίρι πάλε τζιαι να τον θκιώξει κακήν, κακώς για να αναλάβει ξανά.»

    Ενευρίαζεν τον το γεγονός ότι η Κύπρος έν ίσιεν Χειμώνα, όπως τις άλλες χώρες. «Τούτος ο ήλιος καταντά εκνευριστικός. Για μένα ο καλός ο τζιαιρός, εν ο μουντός ο τζιαρός»

    Περπατώντας το ανήφορο που οδηγεί στον κύριο δρόμο, λλίο πάρακατω που το πατρικό του. Άναψε το τελευταίο του τσιγάρο τζιαι εκοντοστάθηκε στο χωμάτινο πεζοδρόμιο δίπλα που ένα μισοφαημένο, ξύλινο πόντο, που κάποτε ήταν το καλάθι που έπαιζε μπάσκετ με τους φίλους του στην γειτονία.

    Όντως ίσιεν χρόνια να περάσει, περπατώντας που τζείνο το σημείο. Επερνούσε κάθε μέρα με το αυτοκίνητο, για να πάει στην δουλεία του. Επροσπάθησε μάταια να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που επερπάτησε κάποια διαδρομή εκτός την καναπές – ψυγείο ή αποχωρητήριο – κρεβάτι, αλλά εν τα εκατάφερε.

    Έκατσε χαμέ.

    (more…)

  • Γεια χαρά..

    Εν έχουμε πολλά να πούμε πίον.

    Η κούραση της μέρας, η κούραση της ζωής, η μονοτονία της καθημερινότητας. Ούλλα λλίο, πολλά επαίξαν ρόλο, εβοηθήσαν να απομακρηνθούμε ο ένας που τον άλλο.

    Μέρα με την μέρα συμπεριφερούμαστε παραπάνω σαν δορυφόροι ο ένας στην ζωή του άλλου.
    Ο ένας στην τροχία της ζωής του άλλου, να γυρίζει ασταμάτητα τζιαι αδιάφορα, επ’ αόριστον. Μάλλον ώσπου να λείψει η παταρία του μια μέρα.

    Σκέφτουμε χρόνια να σου μιλήσω, να σου πώ ότι άρκεψα να σε ξεχάννω. Η γενέκα που αγάπησα στα κοσπέντε μου, εν μια απομακρισμένη ανάμνηση πλέον. Κάθε φορά όμως κάτι μπαίννει μες την μέση.

    (more…)

  • Ο Γερος.

    «Άτε να σηκωθώ να συνάξω το τραπέζι τζιαι να κάμω τζιαι καφέ. Κάτσε εσύ ρε Αντρούλλα, εννα τα κάμω εγώ πόψε. Έσιει τόσα χρόνια που τα κάμνεις εσύ κάθε μέρα.»

    Εσηκώθηκε με δυσκολία που το τραπέζι τζιαι άρχισε να μαζέφκει τα πίατα.

    «Ούτε που έντζισες πας το κολοκάσι σου. Μά ιντα που έπαθες τζιαι έν τρώεις πίον; Αθθυμάσε ρα, που επιένναμε τζιαι ετρώαμε στην ταβέρνα του Πασχάλη; Στο Βαρώσι; Είμαστον νέοι όμως τότε ρε Αντρούλλα. Τωρά, τζιαι να τα καταφέρναμε να πάμε τζιπάνω τζεί, με ίντα δόντια εννα μασίσουμε;»

    Εγέλασε σαρκαστικά τζιαι δυνατά. Το γέλιο του εκατέληξε σε ένα αναστεναγμο που εσιγόσβηνε, ένα «Άχ» που μες τα τρία δευτερόλεπτα που υπήρξε, έχωννε πίσω του σκέψεις τζιαι νοσταλγίες ογδόντα χρόνων.

    (more…)

  • Η Νατάσα

    Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, η ώρα έντεκα την νύχτα. Στο σίερι του ένα χαρτάκι με ένα τηλέφωνο.

    Ανάσκελα, εθώρε το ταβάνι τζιαι εταξίδευκε σε άλλους κόσμους. Στα όνειρα του, η πιό όμορφη γενέκα που είσιε δεί ως τότε.

    Όι πως είσιε δει τζιαι πάρα πολλές στην ζωή του, δεκατεσσάρο χρονό ρόκολος, απλά τζίνη, εφάνταζε ως το ποιό όμορφο πλάσμα που επάτησε ποττέ το πόδι του στην γή.

    Σβηστά τα φώτα τζιαι το ράδιο να παίζει μια νυχτερινή εκπομπή με αφιερώσεις που στρατιώτες που φκάλλουν σκοπία τζιαι γέρους που εν έχουν άλλη παρέα που εκτός που την εκφωνήτρια.

    (more…)

  • Μοναξία

    «Θα μιλήσω στην επόμενη γενέκα που θα δώ. Εν πάει άλλο, τι έχω να φοηθώ; Αν φάω χυλόπιττα, έφαα.»

    Εμιλούσε μόνος του μες το αυτοκίνητο.

    Πρωί, κατα η ώρα οκτώ παρα κάτι. Ούλλη η Λευκωσία κατευθήνετε προς το κέντρο, ο καθένας στην δουλεία του.

    Πάντα ίσιεν πρόβλημα στο να ξεκινά συζητήσεις με άγνωστες γυναίκες. Καλά, καλά εν θυμάται ποιά ήταν η τελευταία φορά που επήρε το θάρρος να γυρίσει να δεί, πόσο μάλλον να μιλήσει σε γυναίκα που δεν ήταν μες την ευρήτερη του παρέα.

    (more…)