Category: Γράμματα στην Ρέα.

  • Ιδιωτικοποιήσεις

    Εθώρουν τους ημι-κυβερνητικούς υπαλλήλους να φωνάζουν τζαι να διαμαρτύρουνται για τις ιδιωτικοποιήσεις. Ένα πράμα έν’ σίουρο για μένα, με τον τρόπο που εσυμπεριφερτήκαν όσο δίκαιο τζαι να είχαν εχάσαν το.
    Τζείνος που τους επαράτζειλεν να κόψουν τα ρεύματα του κόσμου ή έξερεν πολλά καλά τι έκαμνε ή πραγματικά ήρτεν που άλλο σύμπαν τζαι δεν είσιεν ιδέα. Υπήρχε περίπτωση να τους υποστηρίξει κανένας, μετά που θα εκόφκαν το ρεύμα πάνω σ’ άνεμον; Το αντίθετο, οι παραπάνω [να μεν πω ούλλοι] θα είπαν σίουρα «καλά να τους κάμουν, να τους πακκεττάρουν ούλλους πέρκει βάλουν νου».

    Ιδιωτικοποιήσεις έννα γίνουν. Αφού εσυφφωνήσαν το με τους τοκογλύφους. Εν πά’ να εδεσμεύκετουν ο Απόστολος Παύλος τζαι δέκα αγίοι μιτσιοί-μιτσιοί. Αφού εγράφτηκε στην συμφωνία τζαι έτσι θα εκάμναμε για να μας δώκουν τα ριάλλια. Έτσι θα εγίνετουν, όπως τζαι έγινε.

    Η άποψη μου έν’ ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνουν. Όχι επειδή έννα ’ν’ πιο ακριβό το ρεύμα τζαι ότι εν θα έν’ ίδια η εξυπηρέτηση, τζαι τες διάφορες μπούρδες που ακούμε. Νομίζω ότι, άμα υπάρχει καλή διαχείριση εν έσιει σχέση αν έν’ ιδιωτική η εταιρεία ή δημόσια, οι πιθανότητες να πετύχει ή να αποτύχει είναι πάνω-κάτω οι ίδιες. Το θέμα αναλύθηκε πολλά όμως τζαι έν’ περιττή ακόμα μια ανάλυση που μένα. Η ερώτηση μου είναι η εξής. Κάτι τόσο σημαντικό, που επηρεάζει μια τόσο μεγάλη μερίδα του κοινωνικού ιστού, απλά σκεφτείτε πόσες οικογένειες θα επηρεαστούν αν πάει κάτι στραβά με τις ιδιωτικοποιήσεις, τζαι δεν φακκά πέννα κανένας εκτός που τους υπαλλήλους των οργανισμών. Περίεργο έννε; Έννεν τζαι τζείνοι εργάτες, υπάλληλοι, μεσοαστοί Κυπραίοι;Φυσικά τζαι είναι. Απλά τόσα χρόνια εζούσαν σε μια εργατική πραγματικότητα εντελώς διαφορετική που τους υπόλοιπους. Εδιεκδικήσαν μέσα που τες συντεχνίες, εκερδίσαν τζαι εδιατηρήσαν το στάτους της ελίτ των εργασιακών συνθηκών. Επιδόματα ’που την άκρα, συντάξεις, μισθοί, συνθήκες εργασίες, ευκολίες, δάνεια, ωράριο, το έναν, το άλλον. Πράματα που στον ιδιωτικό τομέα ούλλοι ονειρεύκουνται αλλά κανένας δεν θα δει ποττέ μπροστά του. Άμα τόσα χρόνια υπήρχε τούτο το απέραντο χάσμα, έν’ αδύνατον σχεδόν να τους συμπονήσεις. Πραγματικά, όσο τζαι να το θέλεις, όσο τζαι αν ξέρεις ότι έν’ λάθος, κάτι που μέσα σου δεν σε αφήνει να πεις «έν’ κρίμα». Ίσως έτσι μας θέλει να σκεφτούμαστε ο καπιταλισμός; Ίσως οι ίδιοι με την αλαζονική τους συμπεριφορά τόσα χρόνια να επροκαλέσαν τούτη την αντιμετώπιση; Νομίζω εν ένας συνδυασμός που ούλλα.

    Τζείνο που με προβληματίζει παραπάνω που ούλλα εν ότι καταλαβαίνω ότι τούτο που συμβαίνει ίσως να έν’ παράλογο τζαι ίσως εν τζαι καταπάτηση κάποιων εργασιακών δικαιωμάτων που κάποιοι αγωνιστήκαν να τα κερδίσουν. Τζαι ενώ το καταλαβαίνω, νιώθω αδύναμος να το σταματήσω. Τζαι ενώ θωρώ τους ότι με τούτο που κάμνουν, στερούν μου σχεδόν κάθε ελπίδα του να έχω έστω τζαι λλία που τα δικαιώματα των ημι-κυβερνητικών, νιώθω μια απαίσια ικανοποίηση που με κάμνει να ντρέπουμαι.

  • Ο Κώτσιος

    Εμπήκε μες την αποθήκη όπως τον φούρνο. Εκλότσησε μιαν όφκαιρη χάρτενη κάσ’ια που τα νεύρα του. Με τη δύναμη που εκλότσησε, το πόδι του ετρύπησε την κασιού τζ’αι επαγηδεύτηκε μέσα.
    «Ασσιχτίρ, παλιόκασια» εφώναξε. Με το άλλο του πόδι εκούντησεν την να φκει τζ’αι με τα σι’έρκα του έσυρεν την έξω που την πόρτα.
    «Σύναξε την που τον δρόμο ρε Κώτσιο τζ’αι εννά δώκει πάνω κανέναν αυτοκίνητο», είπαμε. «Να την συνάξετε εσείς που την εξαπολήσετε μες τη μέση του τόπου. Εγεμώσετε την αποθήκη σαγλιά».
    Εγώ άμα τον θωρώ έτσι τον Κώτσιο, σιωπώ. Εν καλό κοπελλούι, αλλά αραιά τζ’αι πού σηκώνει κάτι περίεργες ιδιοτροπίες, νευριάζει με πράματα ασήμαντα τζ’αι γενικά ξεκινά να τα βάλλει με ούλλους τζ’αι με ούλλα. Άμα τον κόψεις σε έτσι φάση, εν φκάλλεις άκρα μαζί του. Ο Χρίστος ερώτησεν τον τι εσυνέβηκε, τζ’αι ήταν φουτουνιασμένος. «Έπιασε μου το ποδήλατό μου η αστυνομία», απάντησε ο Κώτσιος. Νευριασμένα, ετύληξε τα μανίτζ’ια πάνω τζ’αι επέταξε στο πάτωμα το μισοκαπνισμένο του τσιγάρο. Αμέσως άναψε άλλο. Εν μια περίεργη συνήθεια που έσ’ει. Άμα θέλει να δώσει έμφαση στον λόγο του, ανάφκει πάντα τσιγάρο, έστω τζ’αι αν δεν ετέλειωσε το προηγούμενο.
    «Εγράψαν με οι κωλόμπατσοι, τάχα εβουρούσα μεθυσμένος».
    Ο Χρίστος, πιο ήρεμος τζ’αι πιο πράος τουλάχιστον που τον Κώτσιο, αν όχι που ούλλους μας, ερώτησε «Εγράψαν σε πας το ποδήλατο;».
    «Ναι ρε, πας το ποδήλατο. Αντί να έν έξω να βουρούν τους εγκληματίες, ταλαιπωρούν μας εμάς που εν εκάμαμε τίποτε». Πριν να ανοίξει άλλη κουβέντα ο Κώτσιος, αντέκοψεν τον ο Χρίστος. «Περίμενε, ρε Κώτσιο μου, είνταλος εν έκαμες τίποτε. Αφού λαλείς ήσουν μεθυσμένος».
    «Ναι, αλλά οι μπάτσοι εν το ήξεραν ότι ήμουν μεθυσμένος. Εσταματήσαν με επειδή εβουρούσα με το ποδήλατο. Εκατέβαινα τον κατήφορο της Λάρνακος τζ’αι ήταν στημένοι στο τέλος, πα στα φώτα της Συνεργατικής».
    «ΟΚ, τζ’αι πώς ανακαλύψαν ότι είσαι μεθυσμένος;».
    «Εσταματήσαν με να μου κάμουν παρατήρηση ότι εν είχα διακριτικά φωσφορούχα για να φαίνουμαι μες τη νύχτα. Είπα τους τζ’αι εγώ ότι εν κομπλεξικοί, εν έχουν δουλειά να κάμνουν τζ’αι σταματούν τον κόσμο για να τον ταλαιπωρούν.»
    «Τζ’αι μετά;»
    «Μετά ενευριάσαν που τους είπα έτσι τζ’αι εκάμαν μου άλκοτεστ. Εφκάλαν μου δείχτη 140 τζ’αι επιάσαν μου το ποδήλατο μου για να το πάρουν στο τμήμα».
    «Άρα, ρε Κώτσιο, έφταιες. Ήσουν μεθυσμένος, εν είσ’ες διακριτικά τζ’αι εξιτίμασές τους. Επερίμενες να μεν σε γράψουν δηλαδή;»
    «Έν για να μας πιάννουν τα ριάλια μας ρε οι κωλόμπατσοι. Πως ήπια δκυο μπύρες τζ’αι εφκήκα πας στο ποδήλατο έκαμα έγκλημα;».
    «Πολλές φορές ο τρόπος σκέψης σου αφήνει με άναυδο, ρε Κώτσιο», είπε ο Χρίστος τζ’αι έκοψε την κουβέντα.

  • Η έξοδος

    Βάλλω το πουκάμισό μου, το τζιν μου το καλό που εν το φορώ στη δουλειά άμπα τζαι χαλάσω το. Χτενίζουμαι, αρωματίζουμαι τζαι πιάννω την γεναίκα μου να πάμεν έξω. Το μωρό στην γιαγιά, κοκέττα η γεναίκα μου, τζαι μπροστά μας η προοπτική μιας ήσυχης και ρομαντικής νύχτας.

    Ακολουθώντας τις προτάσεις κάποιων φίλων μας, που ζουν την χωρίς κοπελλούθκια ανέμελη ζωή των ζευγαριών λίγο πριν τα τριάντα, επιλέξαμε να πάμε σε ένα καινούργιο εστιατόριο, bar, lounge ή τελοσπάντων όπως αυτοαποκαλούνται πλέον οι τόποι όπου συχνάζει ο κόσμος.

    Σε μια παλιά αγορά, με το μοντέρνο λουκ να δένει με το χωριάτικο. Το άσπρο laminate να συμπληρώνει την πουρόπετρα, τραπεζάκια ανάμεσα σε πάγκους που το πρωί πουλούν ψάρκα τζαι επιλογές στο μενού που τα μισά υλικά εν καταλάβεις πόθθεν έρκουνται. Οι κριτικές που έπιαννε ήταν καλές, οπόταν είπα «γιατί όχι; Εν δικαιούμαστε τζαι εμείς μια νύχτα να σμίξουμε με την κοσμική Λευκωσία τζαι να δειπνήσουμε γκουρμέ;».

    Νωρίς- νωρίς λοιπόν εξεκινήσαμε να πάμε. Περνώντας που έξω, είδα μια παρέα να στέκεται στην είσοδο τζαι έναν τύπο να τους τσιακκάρει που πάνω ώς κάτω. Ήρταν στο νου μου αναμνήσεις που την εφηβεία, που επροσπαθούσαμε να μπούμε μες τα κλαμπ αλλά εν μας εβάλλαν επειδή εφαινούμαστεν μιτσιοί.

    Τζείνην ακριβώς την εποχή, αποφασίσαμε ότι τούτη η συμπεριφορά εν υποτιμητική τζαι ότι εν θέλουμε να συμπεριφερούμαστε σαν «κοιμισμένοι πιγκουίνοι που στέκονται έξω από το μπαρ ο πορτιέρης να τους κρίνει». Τούτη η λογική, οδήγησέν μας να ανακαλύψουμε τον Σύμη τζαι την παλιά Λευκωσία, που στην ουσία, όπου έβρισκες τόπο εκάθεσουν. Ακόμα τζαι κάτω που το δεντρόν έξω που την Φανερωμένη.

    Εχαλάστηκα νάκκο, αλλά είπα ότι έννα κάμω την υπέρβαση τζαι να κατεβώ που το αυτοκίνητο. Κοντεύκουμε της πόρτας, αντικόφκει μας ένα παιδί. Μαλλί περιποιημένο σπόντες, πουκάμισο, παντελόνι τζαι ένα λουκ επιμελώς ατημέλητου χίπστερ.

    Θωρεί μας. Θωρούμεν τον. «Παρακαλώ», λαλεί. «Υπάρχει χώρος για δύο άτομα;», ρωτώ, με τα σιείλη μου να κολλιτσιάζουν που την ευγένεια. «Είμαστε γεμάτοι απόψε, συγγνώμη», είπε, τζαι έκαμε πως ετσιακκάρισκε την κκεττάπαν του.

    Κρωθωρώ το εστιατόριο πίσω του. Όφκιερο. Νομίζω είδα τζαι πάλες με αγριόχορτα να τες παίρνει ο αέρας, όπως τες εγκαταλελειμμένες πόλεις στα γουέστερν. Εσκέφτηκα ότι μπορεί να καρτερά κανένα λεωφορείο του Χατζηλύκου μες στα επόμενα 20 λεπτά να καταφθάσει. Εν το εσυζήτησα όμως.

    Προβληματίζει με τούτη η συμπεριφορά, τούτη η υπεροπτική, αποκλειστική αντιμετώπιση, ακόμα τζαι στα πιο απλά πράματα. Σαν κοινωνία κάποια στρώματα έχουν το ανάγκη, για τους δικούς τους λόγους. Ξέρω γω, παράλληλα σύμπαντα. Να με λείπει. Έπιασα την γεναίκα μου τζαι επήαμεν σε ένα φιλικό ταβερνάκι στην παλιά Λευκωσία τζαι επεράσαμεν υπέροχα.

    Κάνε Share:

  • Δημήτρη

    Εν πιστεύκω ότι για την κατάντια του τόπου φταίει ένας άνθρωπος, ή έστω ένα κόμμα. Κατ’ αρχάς, εν πρέπει να παραλληλίζουμε την κατάντια, με την οικονομική εξαθλίωση. Τα χάλια μας τα μαύρα σαν κοινωνία, είχαμε τα πολλή τζαιρό πριν παττίσουμε. Απλά τότε είχαμε λίρες να ξοθκιάζουμε τζαι εν εφακκούσαμε πέννα για τα οτιδήποτε άλλο εν εδούλεφκε σωστά.

    Το ότι εφάτσισεν η πιέλλα στην θητεία του Χριστόφκια, εν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι, μέχρι την ημέρα που ανέλαβε ούλλα εδουλέφκαν ρολόι.Την γνώμη μου για τους πολιτικούς θα την πω παραφράζωντας κάτι που άκουσα παλιά. Είτε τούτοι ούλλοι που εν στην εξουσία, εν πράγματι αχάπαροι τζαι ανεχούμαστε τους, είτε εν πολλά έξυπνοι τζαι εμείς είμαστεν οι αχάπαροι που τους ανεχούμαστε.

    Πιστεύκω, ότι για την οικονομική καταστροφή της χώρας, φταίει το πολιτικό σύστημα που αποτελείται που δικηγόρους τζαι εκπροσώπους τραπεζικών τζαι μεγαλοεπιχειρήσεων που τόσα χρόνια εκοκκαλιούσαν με δέκα μασέλλες. Ξέρωντας ότι αμα πάει κάτι στραβά, εννα μας πατίσουν πας τον λέλλεχα τζαι μας κοττίσουν τον λοαρκασμό. Όπως τζαι έγινε.

    Την ίδια ώρα, τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης του λαού (με μερικές εξαιρέσεις) ασχολούνταν με πελλάρες. ‘Οπως το χρώμα που έβαλε στην σημαία της η Μακεδονία στην Γιουροβίζιον τζαι πως αποκάλεσε τα κατεχόμενα ο δεύτερος αντιπρόσωπος της ποδοσφαρικής ομοσπονδίας της Μποτσουάνα. Εμάθαν μας να ασχολούμαστε με σημιολογικές μαλακίες τζαι το φαίνεσθαι των καταστάσεων τζαι να αφήνουμε την ουσία στο παρασκήνιο.

    Εμεταφέραμε την νοοτροπία του «Τι εννα πεί ο κόσμος» σε ούλλους τους τομείς της κοινωνίας. Στο σπίτι μπορεί να εν ούλλα μπουρδέλο, αλλα ΟΚ, αμα η γειτονιά νομίζει ότι ούλλα παν καλά, εν υπάρχει λόγος να σάσουμε κάτι.

    Επιστρέφω τζαι λαλώ. Φταίω τον Χριστόφκια για πολλά πράματα. Εκατάφερε μέσα σε 10 χρόνια, να καταστρέψει την προσπάθεια που έγινε για την λύση του Κυπριακού που τες προηγούμενες κυβερνήσεις, εθκιάλεξε να αδιαφορήσει τζαι να προτιμήσει την ασφαλή οδό τζαι τες προσωπικές του φιλοδοξίες σε στιγμές που έπρεπε να πάρει δύσκολες αποφάσεις, εξέθαψε τον παράλογο τζαι ξεχασμένο Εθνικισμό τζαι τες Μακαριακές αντιλήψεις τζαι εκόττισε μας τα στο πρόσωπο του Τάσσου με αντάλλαγμα την εξουσία. Σε ένα άλλο επίπεδο, ήταν ξεροτζιέφαλος, κολλημένος στες απόψεις τζαι τες ιδεολογίες του παρελθόντος, έβαλλε το κόμμα, την εξουσία τζαι τες απόψεις του πάνω που το κοινό καλό τζαι την κοινή λογική τζαι έκαμε ασυγχώρητα λάθη όσον αφορά το Μαρί τζαι την οικονομία.

    Εν εθελοτυφλία τζαι παραλογισμός όμως να λαλούμε ότι φταίει ένας για την κατάσταση. Τούτη η κοινωνία εν δουλεύκει σωστά τζαι η ευθήνη εν συλλογική. Τζαι παραπάνω φταίμε εμείς που ανεχούμαστεν τους αχάπαρους.

  • Κυπριακή Κύπριακη

    Πριν λλίες μέρες επήαμεν οικογενειακώς σε ένα γνωστό εστιατόριο – καφέ στην περιοχή των Φοινικούδων στη Λάρνακα. Όπως ούλλα τα μοντέρνα καφέ στην Κύπρο, όπου δικλήσεις έσ’ει μιαν τηλεόραση τζ’αι δείχνει μάππα. Πά’ στους τοίχους, πά’ στες κολώνες, πά’ στους πάγκους. Αλλό λλίον έννα έσ’ει τζ’αι πά’ στες πλάτες των γκαρσονιών άμπα τζ’αι χάσουν οι Κυπραίοι καμιάν κλοτσιά. Συνήθως έσ’ει τζ’αι μια μεγάλη τηλεόραση, θκιακόσιες ίντσες μες στη μέση του μαγαζιού που έν’ τζ’αι το επίκεντρο της προσοχής.

    Την ώρα που εκάτσαμεν έδειχνεν εγγλέζικον ποδόσφαιρο. Η ένταση της τηλεόρασης ήταν χαμηλή τζ’αι έπαιζεν ‘που τα μεγάφωνα, όπως σε ούλλα τα κυπριακά εστιατόρια, ντισκοτσιφτετέλια της Κοκκίνου τζ’αι της Πέγκυς Ζήνας. Να μεν τα πολυλογώ, το μωρό εκατέβηκεν ‘που την καρέκλα τζ’αι εξεκίνησε να κάμνει γνωριμίες με τα Εγγλεζούθκια των γύρω τραπεζιών τζ’αι εγώ τζ’αι η κυρία μου απολαμβάναμε την μπίρα μας. Μια εντελώς μικροαστική, κλασική, οικογενειακή, κυπριακή Κυριακή.

    Απέναντι ‘που την τηλεόραση ήρτεν τζ’αι έκατσεν ένας συμπαθητικός ηλικιωμένος κύριος με τον άγγοναν του. Όπως εκατάλαβα αργότερα, η θέση τζ’είνη ήταν τζ’αι μια που τες πιο καλές επειδή δεν υπήρχε κανένα απολύτως εμπόδιο μεταξύ του τραπεζιού τζ’αι της υπερμεγέθους τηλεόρασης.

    Ο κύριος εφαίνετουν Κυπραίος, ενώ ο μιτσής έμοιζεν Εγγλεζούι. Μπορεί να ήταν η φανέλλα της Μάντσεστερ που εφορούσε, μπορεί να ήταν τα ξανθά μαλλιά του τζ’αι οι φακίδες, μπορεί να ήταν ότι επαράγγειλε μιλκσέικ βανίλια. Ο μιτσής έδειχνε να ενδιαφέρεται πολλά για το εγγλέζικο ποδόσφαιρο που έδειχνε η τηλεόραση.

    Εν επέρασε μισή ώρα ‘που την ώρα που εκάτσαν τζ’αι θωρώ τον παππού να σηκώνεται πάνω τζ’αι να μαλλώνει με το γκαρσόνι τζ’αι τον ιδιοκτήτη. Που τα συμφραζόμενα τζ’αι τες φωνές του κυρίου εκατάλαβα ότι εζητήσαν του να σηκωθεί που το τραπεζάκι τζ’αι να πάει να κάτσει αλλού.

    «Γιατί να αλλάξουμε τόπο; Αφού εν είσ’εν ταπελλούαν ότι έν’ κρατημένο την ώραν που ήρταμε. Τι σημαίνει να κάτσουμε αλλού; Γιατί εν μας το είπατε ‘που την αρκή να μεν κάτσουμε;». Στα πολλά, ο παππούς έσυρεν τους ένα δεκάευρω πάνω στο τραπεζάκι τζ’αι φανερά νευριασμένος έπιασεν τον μιτσήν ‘που το σ’έρι τζ’αι εφύαν.

    Στα δέκα λεπτά εμπήκε της πόρτας μια οικογένεια. Ποτζ’είνες τες κλασικές τες πλουσιοοικογένειες της Κύπρου. Ο παπάς με κουστούμι της δουλειάς, αλλά χωρίς γραβάτα τζ’αι σακκάκι, η μάμμα βαμμένη με μαλλί του κομμωτηρίου, τσέντα Fendi στη μια μασχάλη τζ’αι το iPad στην άλλη. Τζ’αι ο κανακάρης, έφηβος με φόρμες, παπούτσια Nike τζ’αι σ’άλιν του ΑΠΟΕΛ.

    Μόνο κόκκινα χαλιά έμεινε να τους στρώσει ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου. Έκατσεν τους ολόισια στο τραπέζι που εκάθετουν προηγουμένως ο παππούς, άλλαξεν κανάλι τζ’αι έβαλεν κυπριακή μάππα, έσβησε τη μουσική τζ’αι έβαλε διαπασών την τηλεόραση. Με το ‘σεις’ και με το ‘σας’, αρκέψαν να έρκουνται τα νάτσ’ος, οι μπίρες, τα καπουτσίνα τζ’αι τα γκαρσόνια να περιφέρονται ‘που πάνω τους όπως τες μούγιες πάνω που τον κότσιρο.

    Είσ’εν σχέση η εκδίωξη του παππού με τον ερχομό της πλούσιας οικογένειας; Είμαι σίουρος ότι είσ’εν. Αθάνατη κυπριακή φιλοξενία.