Τα σύνορα που μας χωρίζουν..
Το απέραντο κενό, την ώρα που σε άφηκα πίσω μου στο αεροδρόμιο..
Το κομμάτι που μου λείπει απο τότε..
“You will wait for me until the day, there’s no borderline..”
Τα σύνορα που μας χωρίζουν..
Το απέραντο κενό, την ώρα που σε άφηκα πίσω μου στο αεροδρόμιο..
Το κομμάτι που μου λείπει απο τότε..
“You will wait for me until the day, there’s no borderline..”
Η ώρα οκτώ το πρωί, κάποιος εκτύπουσε την πόρτα.
Ο Αντρέας εσηκώθηκε, μισοτζοιμισμένος να ανοίξει. Στην πόρτα ήταν ο Βασίλης, παλιός , καλός του φίλος τζιαι συνάδελφος.
Δουλεία συνήθως επίανναν στις εννία τζιαι ο Βασίλης εν ήταν άνθρωπος που θα έχαννε έστω τζιαι ένα δευτερόλεπτο που τον ύπνο του, εκτός τζιαι αν υπήρχε σημαντικός λόγος.
Σάββατο νύχτα. Η βάρδια εν ετζύλαν να φύει.
Εφκήκεν έξω να κάμει ένα τσιγάρο. Όποτε άναφκε τσιγάρο, έρκετουν στο νού του ότι έπρεπε να το κόψει.
Ήταν ήδη 5 χρόνια γιατρός, έν εκόλλαν με την εικόνα του να καπνίζει, τζιαι την ίδια ώρα να διά συμβουλές σε καρδιακούς τζιαι καρκινοπαθείς.
Οι βάρδιες του Σαββάτου όμως, ήταν τόσο κουραστικές.
Εκάθετουν πάνω στο κίτρινο ντιβάνι δίπλα που το παράθυρο για πολλή ώρα. Τα πόδια της, διπλωμένα πάνω, με τα γόνατα της να αγγίζουν το πηγούνι της τζιαι το κεφάλι της, ακουμπημένο στο θολό, που την ξαφνική βροχή του Απρίλη, παράθυρο.
Αμήχανα με τα δάκτυλα της, εζωγράφιζε την υγρασία, αμίλητη, μυστήρια, κλειστή τζιαι σφιγμένη σαν κογχύλι στο βάθος της θάλασσας. Τζιαι τόσο όμορφη, τόσο απλά, τόσο γλυκά, τόσο ήρεμα, τόσο αφοπλιστικα όμορφη.
Εσηκώθηκε που το πεζούλι, μπροστά που το σπίτι του τζιαι εγύρισε πίσω του να ρίξει μια τελευταία μαθκία.
Ο τζίρης του είπε του, να μεν γυρίσει πίσω του, αν αποφασίσει να φύει. Κάτι μέσα του όμως εν τον άφηνε να φύει χωρίς να παρατηρήσει λλίο την αυλή που τον ανάγιωσε.
Το γιασεμί που εσκαρφάλωνε πας το παλίο, σιδερένιο, στίρηγμα, που άμα άνθιζε έμοιαζε με σιντριβάνι που αντι για νερό, ανάβλιζε ανθούς τζιαι μυρωθκίες. Το ψηλό, κακτοειδές φυτό, που το επλήγωνε με τα νίσια του, τζιαι έτρεσιε ένα άσπρο γάλα που εκολλίτσιαζε. Την τριανταφυλλία, τα σκυλλάκια, τα μάρμαρα της εισόδου, το λάστιχο του νερού.
Άψυχα αντικείμενα τζιαι φκίορα, που ήταν ο κόσμος του, όσο εμεγάλωνε.