Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, η ώρα έντεκα την νύχτα. Στο σίερι του ένα χαρτάκι με ένα τηλέφωνο.
Ανάσκελα, εθώρε το ταβάνι τζιαι εταξίδευκε σε άλλους κόσμους. Στα όνειρα του, η πιό όμορφη γενέκα που είσιε δεί ως τότε.
Όι πως είσιε δει τζιαι πάρα πολλές στην ζωή του, δεκατεσσάρο χρονό ρόκολος, απλά τζίνη, εφάνταζε ως το ποιό όμορφο πλάσμα που επάτησε ποττέ το πόδι του στην γή.
Σβηστά τα φώτα τζιαι το ράδιο να παίζει μια νυχτερινή εκπομπή με αφιερώσεις που στρατιώτες που φκάλλουν σκοπία τζιαι γέρους που εν έχουν άλλη παρέα που εκτός που την εκφωνήτρια.