Author: Joshoua

  • Μάππα

    Εμεγάλωσα σε ένα σπίτι Ομονοιάτικο. Ο παπάς μου έσιει τέσσερα αδέρφκια. Ούλλοι Ομονοιάτες. Τζαι οι ανιψιούες μου, θυμούμαι ότι ήταν πάντα με τα σιάλλια της Ομόνοιας, με τες φανέλλες τες πράσινες με το τριφύλλι τζαι τις άσπρες γραμμές στα μανίτζια.

    Οι αρφούες μου, τζαι τζείνες με την Ομόνοια. Στα κρεβάθκια μας, αυτοκόλλητα του Καϊάφα, του Μίτσινετς τζαι του Πέτσα. Στα τραπέζια τα οικογενειακά, εβάλλαν με οι θκιούες μου τζαι ετραούδουν τους το «Εμπρός Ομόνοια, για νέες νίκες πάμε» τζαι εδιούσαν μου τσιφτέ να παίξω μηχανούες. Ακόμα τζαι σήμερα, που δεν ασχολούμαι με την μάππα τζαι δεν έχω ιδέα, ούτε ποιοι παίζουν, ούτε ποια θέση εν η Ομόνοια, άμα με ρωτήσει κανένας, λαλώ ότι αρέσκει μου η Ομόνοια.

    Η πρώτη φορά που επήα μάππα, ήταν στα τέλη τις δεκαετίας του ’80. Έπαιζεν η Ομόνοια με τον Ολυμπιακό, στο παλιό ΓΣΠ. Με τον ήλιο τον καλοτζιαιρινό να κρούζει την κκελλέ μου, επειδή τα ματς εγίνουνταν μεσημέρι. Με τες φωνές τον παιχτών, τζαι κάτι θυμοθκιάρηες γέρους που εσηκώνουνταν πάνω τζαι εφωνάζαν άμα κανένας παίχτης έχαννε την μάππαν.

    Εγόρασεν μου ο παπάς μου πόμπα, τυλιμένη μες την λαδόκολλα. Εμείναν μου παραπάνω οι μυρωθκιές τζαι η αίσθηση που μου εδίαν το περιβάλλον, παρά το ίδιο το ματς. Ούτε πόσα-πόσα ετέλειωσεν δεν θυμούμαι. Στο νου μου έχω τον παπά μου σε κάποια φάση να σηκώνεται που την κερκίδα τζαι να φωνάζει «κόουλ», να χαμογελά τζαι να χειροκροτά μαζί με τους υπόλοιπους οπαδούς. Ετέλειωσεν η μάππα τζαι μετά που εφεύκαμε, εσταθήκαμε στην σειρά να πιάμε σάντουιτς τζαι κόκα – κόλα που τον Γιαπανά τζαι να πάμε σπίτι. Ήταν σαν να τζιαι επήαμε σινεμά.

    Στο σχολείο, οι παραπάνω μου συμμαθητές ήταν με το ΑΠΟΕΛ. Θυμούμαι κάποιαν περίοδο η Ομόνοια έτρωέν τες συνέχεια τζαι έτρωα πολλύν περιπαίξιμο. Άμα εχωριζούμαστε να παίξουμε μάππα το διάλειμμα εν με επιάνναν επειδή είμαι Ομονοιάτης, άρα εν είμαι καλός επειδή τρώει τες συνέχεια η ομάδα μου. Με τον τζαιρό, άρκεψε τζαι το σοβαρό το πείραγμα.

    Οι ΑΠΟΕΛίστες που εθέλαν τζαι εμπορούσαν να επιβάλουν την γνώμη τους, λόγω του σωματότυπού τους, εγίναν πρόβλημα σε κάποια φάση. Εβαρέθηκα να μου κλώννουν το σιέριν μου ώσπου να πω ΑΠΟΕΛ τζαι να μου βάλλουν κλάππες πας την βεράντα. Εβρέθηκα στην μέση μιας αντιπαράθεσης που δεν με έκοφτεν τζαι που δεν είσιεν νόημα να εκφέρω γνώμη.

    Έτσι λοιπόν, σιγά-σιγά, εσταμάτησα να ασχολούμαι με την μάππα τζαι άφηκα τους συμμαθητές μου να τσακκώνουνται μεταξύ τους για το ποιος εν ο καλύτερος παίχτης, ο Ξιούρουππας ή ο Ιωάννου. Με τα γεγονότα που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στα γήπεδά μας, εκατάλαβα ότι καλά έκαμα τζαι επαρέτησά τους. Όπως φαίνεται, τα κωλόπαιδα που εκλώνναν σιέρκα πριν 20 χρόνια, τωρά μαστουρώννουν, σύρνουν πέτρες τζαι φκάλλουν μάθκια.

  • Φοιτητής

    Η αίθουσα που εκάμναμεν το μάθημα ήταν αποπνιχτικά ζεστή. Τούτον το πράμα με την Κύπρο, που το μισώ τζαι άμα λείπω πεθυμώ το. Μόλις ξεμουττίσει ο Μάρτης, αρκέφκουν οι πυράες. Ο κόσμος τζαι οι διαδικασίες συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να τζαι εν έφυεν ποττέ ο Γεννάρης. Θερμάνσεις, θερμαντικές τζαι θέρμιτρον δουλεύκουν κανονικά, ενώ ο ήλιος έξω ξεκινά να δείχνει τα δόντια του. Κάποιος εννά ενόμιζε ότι μετά που τόσα χρόνια σε τούτον το νησί εννά εμαθθαίνναμε τα χούγια του τζαιρού τζαι εννά είμαστε έτοιμοι να προσαρμοστούμε χωρίς προειδοποίηση.

    Εφκήκα έξω τζαι εκοντοστάθηκα δίπλα στην είσοδο. Ο ήλιος εκέντρισε το ένα μου μάτι τζαι ανάγκασέ με να το κλείσω. Εδίκλησα που τη δεξιά μου πλευρά τζαι είδα τον εαυτό μου στη γυάλινη τζαμαρία. «Άμα κλείω τα μμάθκια μου σφιχτά, φαίνουνται οι ρυτίδες μου» εσκέφτηκα τζαι έκαμα να χαμογελάσω, όι που χαρά, αλλά για να νιώσω τες βούτσιες μου που αρκέψαν να σκλερινίσκουν.

    Εφύσαν έναν αερούι δροσερό. Ποτζείνα που τα εξέχασεν ο σιειμώνας πίσω του τζαι περιφέρουνται ανάμεσά μας απεγνωσμένα προσπαθώντας να τον έβρουν. Όπως τα στρουφούθκια που εχάσαν τη μάναν τους. Ετσουλλόκατσα τζαι εκούμπησα τη ράσιη μου στον τοίχο. Οι φοιτητές τζαι οι φοιτήτριες να μπαίννουν τζαι να φκαίννουν στην είσοδο μπροστά μου. Φωνές, αστεία, παράπονα. Μια συνεχής ροή ανθρώπων να μπαιννοφκαίννει, σαν να τζαι εν εσταμάτησε ποττέ που τον τζαιρό που ήμουν εγώ δαμαί.
    «Αλλάξαν οι φοιτητές, οι συνήθειές τους. Έν’ άλλα πλάσματα τούτα που παν τζαι έρκουνται. Ο φοιτητής του σήμερα δεν είναι καν που το ίδιο σύμπαν με τον φοιτητή που ήμουν εγώ», εσκέφτηκα τζαι εμελαγχόλησα λλίο.

    Έχουν μια περίεργη γοητεία τα κολλέγια τζαι τα πανεπιστήμια. Όσον χρονών τζαι να γίνεις, πάλε άμα μπεις μέσα νιώθεις φοιτητής. Βασικά έρκουνται στον νου σου ξανά οι ανασφάλειες που ένιωθες τότε, τα συναισθήματα άμα θωρείς τους διάφορους χαρακτήρες γυρώ σου. Οι ωραίες γκόμενες που εν θα τους μιλήσεις ποττέ, οι νέρντουλλες σε μια γωνιά να μιλούν για την τεχνολογία, η παρέα που παίζει πιλόττα όπως τον πίνακα με τους σιύλλους που παίζουν χαρτιά τζαι κάποιοι που μαλλώννουν για την μάππα.

    Μια άλλη διάσταση της ζωής, που ξεχάννεις όσο μεγαλώνεις. Τζαι άμα βρεθείς τζιαμαί ζηλεύκεις τους φοιτητές. Επειδή είτε εν πολλά αφελείς για να καταλάβουν τι τους περιμένει έξω που το πανεπιστήμιο είτε εν πολλά εγωιστές για να το δεχτούν.Θυμάσαι που εκάθεσουν στον ήλιο τζαι ελάλες ότι εννά πάεις, εννά γυρίσεις, εννά κάμεις, εννά φκιάσεις. Εννά πιάεις τον κόσμο που τα μαλλιά τζαι να γονατίσεις πάνω του για να τον γυρίσεις, να τον κάμεις όπως θέλεις. Τριανταρίζεις, ο ήλιος έν’ ο ίδιος τζαι εσύ ακόμα κάθεσαι που κάτω τζαι καρτεράς. Τζιαι γι’ αυτό ζηλεύκεις τους φοιτητές. Επειδή νομίζεις ότι αν εξαναείσιες την ευκαιρία, μπορεί να το έκαμνες διαφορετικά.

  • Θέκλα

    Στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. Μια χαλασμένη διπλή φλορέντζα αναβόσβηνε ρυθμικά, αφήνοντας σε κάθε νότα έναν περίεργο ψιλό ήχο. Κάποια άταχτα μωρά επαιρνούσαν τρέχοντας που μπροστά της ανά τακτά διαστήματα.
    Ο άντρας της, καθισμένος πλάι της, εμουρμουρούσε. «Εν ιμπόρω», «Εννά πεθάνω». Άμα ελείφκαν οι κουβέντες, εκούγκαν όπως τη λεχούσα που πονεί τα μητρικά της. «Έι ολάν, Γιωρκή, εν κρυολόγημα καλέ μου, μεν σαλαβατάς τζαι εννά έρτει η σειρά σου, πόμεινε».
    Χαβάν ο Γιωρκής. Άχχα, βάχχα, επελλάνισκεν τους τόπους. Ελάλεν της η μάνα της ότι οι αρσενιτζιοί άμα πονήσουν το νύσιι τους ππέφτουν μες στα σεντόνια. Ο Γιωρκής, όμως, ήταν η ζωντανή απόδειξη. Υποχόνδριος, φοητσιάρης. Γέρος.
    Εποφύσισεν τζαι με μια κίνηση εσηκώθηκε να ξεμουθκιάσει. «Θέλεις να σου φέρω κανένα νερό να δροσιστείς;». Πριν να της απαντήσει, είπεν του «Εννά φέρω επειδή θέλω τζαι εγώ να πιω, αν έρτει η σειρά σου, φώναξε μου, εννά είμαι τζαμαί στη μηχανή».
    Έστρωσε την καρό μαύρη με γκρίζο φούστα της, περνώντας τα χέρια πάνω στες πλέττες. Πριν κάμει δέκα βήματα, άκουσε μια φωνή «Κυρία Θέκλα;». Στο δημοτικό που εδίδασκε, ακόμα τζαι οι συναδέλφοί της εφωνάζαν την Κυρία. Όπως πάντα αγέλαστη τζαι αυστηρή. Εγύρισε να δει ποιος τη φωνάζει.
    Ένας γιατρός έπιασέν της το σιέρι της. «Κυρία Θέκλα, θυμάσαι με;», είπε. Ήταν σίουρη ότι ήταν μαθητής της. «Θυμούμαι σε, γιέ μου», είπεν του. «Θύμισ’ μου το όνομά σου;». «Ο Σωτήρης, Κυρία». «Μάλιστα, ο Σωτήρης».
    Μια αμήχανη σιωπή για πέντε-δέκα δευτερόλεπτα. «Περιμένετε στη σειρά για να σας δουν;», είπεν της. «Όι, γιέ μου, ήρτα για τον άντρα μου», απάντησε, τζαι χαμογελώντας ελαφρά εσυνέχισε τον δρόμο της για το ψυγείο.
    «Κυρία Θέκλα», εξαναείπεν ο γιατρός. «Μια φορά στην τρίτη δημοτικού. Ήρτεν ο φωτογράφος στο σχολείο. Έκαμνε μας μάθημα, θυμάσαι». Έμεινε να τον θωρεί, φανερά συγχυσμένη. Πριν προλάβει να του απαντήσει ο γιατρός εσυνέχισε, «Πού να θυμάσαι, έσιει τριάντα χρόνια. Εβούρουν να πάω να φκάλω φωτογραφία τζαι εκουτσούφλησα πας στην κάμερα του φωτογράφου. Θυμούμαι ότι ήρτες τζαι εσήκωσες με τζαι πριν προλάβω να μιλήσω εβουζούνισες μου έναν πάτσο μες στα μμάθκια».
    Η Θέκλα έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
    «Στη φωτογραφία ήμουν εγώ, ο Αντρέας τζαι ο Αχιλλέας. Οι θκυο τους εγελούσαν. Εμέναν τα μμάθκια μου ήταν κλαμουρισμένα τζαι η βούκκα μου ολοκότσινη. Για κάποιον λόγο η μάνα μου εθεώρησε σωστό ότι τούτη η φωτογραφία έπρεπε να εν φάτσα κάρτα στο σύνθετο του σαλονιού. Κάθε μέρα έβλεπα την τζαι εδιερωτούμουν αν άξιζα τζείνον τον πάτσο».
    Η Θέκλα εξεροκατάπιε. Έκαμε να του πεί «Λεβέντη μου, εγώ…». «Άφηστο, Κυρία Θέκλα. Έθελα απλά να δω αν είσαι εσύ, εν τζαι έθελα να σε κάμω να μαραζώσεις».
    Εχάδεψέν της το γερασμένο της μάγουλο, εχαμογέλασε τζαι χωρίς να πει λέξη επροχώρησε προς την αίθουσα αναμονής. «Το νούμερο 54, Κύριος Πέτρου. Ο Κύριος Πέτρου έχει σειρά». Είδε τον Σωτήρη να βοηθά τον άντρα της να σηκωθεί που την καρέκλα για να τον εξετάσει.

  • Ο καυκάς

    Πριν λλίες μέρες ετσακκώθηκα με την κόρη μου. Όσο νόημα τζαι αν κάμνει το να τσακωθείς με ένα μωρό 3 χρονών, εγώ έκαμα το.
    Εστέκετουν πάνω στο σκαμνάκι της μπροστά στον νιπτήρα. Ανέβασα της τα μανίτζια της τζαι κρατώντας το πρόσωπο της με το ένα μου σιέρι, με το άλλο εγέμωσα μια χούφτα νερό τζαι ένιψα την. Άρκεψεν την μουρμούρα.
    «Εν μου αρέσκει να με νίφκεις», «Όχι, όχι άλλο νερό», «Φύε. Μάμμα, μάμμα!»
    Στα πολλά, άρρωσα της. «Ρέα σταμάτα την γκρίνια. Εν μεγάλη αταξία. Εν γκρινιάζουμε το πρωί, πρέπει να ετοιμαστούμε να πάμε σχολείο». Στη συνέχεια άρκεψα τα κλασικά ψέματα.
    Λευκά ψέματα που εν κάμνουν λογική, αλλά για κάποιο λόγο, όλοι οι γονείς ανεξαρτήτως εποχής, ταΐζουν στα μωρά τους για να τα πείσουν να κάμουν όπως τα διατάσσουν. «Εννά αρκέψει μάθημα η δασκάλα τζαι εν θα σε βάλει στην τάξη», «Εννα μας πιαν τη θέση τα άλλα τα παιδάκια» και ούτω καθεξής.
    Μάταια όμως. Η Άντρεα Κυριάκου εσηκώθηκε κουρτισμένη τζείνη τη μέρα. Εν έθελε την οδοντόκρεμα με γεύση γατάκι τζαι επέμενε να της βάλω που την άλλη που έσιει γεύση κροκόδειλο. Η άλλη με την γεύση κροκόδειλος τελικά εν της άρεσκε τζαι έθελε την φράουλα. Εν άνοιξα το νερό της βρύσης, με την ίδια ακριβώς πίεση όπως τες υπόλοιπες μέρες. Εν εκρέμμασα καλά την πετσέττα της στην κρεμμάστρα. Γενικά διάφορες δικαιολογίες για να πιάσει την προσοχή μου. Έστω τζαι την αρνητική μου προσοχή.
    Κλάμα στο κλάμα, θυμό στο θυμό, μετά που καμπόσα σκουπίσματα της μύξας τζαι των μαθκιών της που ετρέχαν ποταμός, εκατάφερε τζαι έφτασε με στα όρια της υπομονής μου.
    Όπως εκράταν την πετσέττα τζαι εμουγκάριζε όπως τον βου που τον σφάζουν, ετράβησα της την τζαι έβαλα της την φωνή. «Άτε έφυες που δαμέ, πήαιννε στην μάμμα τζαι κανεί». Απελπισία, θρήνος, οδυρμός.
    Εξεκίνησε να κωλοσύρνει τα ποούθκια της τζαι με νεκαλητές κραυγές να φωνάζει «Μάμμα, μάμμα, εν με θέλει ο παπάς. Είπε μου να φύω. Έτον, έτον, είπε μου να φύω.» Τζαι εγώ να στέκουμαι αναμαλλιάρης με την φανέλλα που φορώ για πυτζάμα τζαι το παντελόνι της δουλειάς, κουμπημένος πας τον παραστατό της πόρτας, να νιώθω ο πιο σκληρός, ο πιο άκαρδος τζαι ο πιο αχώνευτος γονιός του κόσμου.
    Εγονάτισα στο ύψος της, εφώναξα της. Εστράφηκε πίσω. Το πρόσωπο της μια νεκατωσιά δακρύων τζαι μύξας. «Εννα είσαι φρόνιμη;» είπα. Έσουσε την κκελλέ της καταφατικά τζαι έρεξε το σιέρι της σαν την σκούπα πάνω στα μάγουλα της για να σκουπιστεί. Εχαμογέλασα τζαι αμέσως έππεσε μες την αγκαλιά μου τζαι άρκεψε να γελά. «Αγαπώ σε, παπάκη μου» είπε τζαι αμέσως εξέχασα τζαι τα νεύρα, τζαι τα κλάματα τζαι ούλλα.

  • Φυλακή

    «Έφας με τζαι κατάλυσες με, ρε πορνόγερε. Σαρανταπέντε χρόνια, έφκαλες μου την ψυσιή μου, να πεθάνω να πάω στ’ ανάθθεμα να ησυχάσω που λλόου σου τζαι να σε αφήκω να σε φαν οι ποντιτζοί». Σαν του εμίλαν, εφάκκαν το σινί μες στην βούρνα τζαι έτριφεν με το ττέλλι τες μίλλες να ξικολλίσουν. Ευτυχώς που ήταν αλουμινένιο το σινί γιατί αν ήταν τρόπος είσιεν να τρίφει τον άντρα της να τον ξηπετσίσει που τα νεύρα της. Φοητσιασμένος, αμήχανος τζαι προσπαθώντας να κρατήσει μια ψύχραιμη στάση είπε «Μα είνταμ’ που σου έκαμα μάνα μου τζαι φωνάζεις τωρά; Άφησ’ τα πιάτα τζαι έλα να συντύχουμε».

    Προσπαθώντας να επιβάλει την αντρική του παρουσία στο δωμάτιο, εγύρισε την καρέκλα πλάγια τζαι εκούμπισε τον ώμο του στην τζεφαλαρκά. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, έφκαλε την πατερημίν τζαι εδιάταξε με αβεβαιότητα: «Άτε, ψήσε θκυο καφέδες τζαι έλα κάτσε δαμαί μιτά μου να συντύχουμε».

    Όπως εγύρισε να τον δει, έσυρε του με ούλλη της την δύναμη το ττέλλι των πιάτων. «Έν’ την κκελλέ σου που έννα σου σσίσω οξά έννα σου ψήσω τζαι καφέ», ετσιρίλλισε. Εκοτσίνισε το πρόσωπο της τζαι τα μαλλιά της εππέσαν μες στα μούτρα της. Εσκούπισε τα σιέρκα της πας την κλαδωτή ποθκιά, που είσιεν ράψει μόνη της που ένα παλιό νεανικό της φόρεμα. Βιαστικά, επλησίασε τον άντρα της τζαι έσσυψε να μαζέψει το ττελλούι.

    Έπιασε την που το μπράτσο τζαι έσφιξε την. Τα βλέμματα τους εσμίξαν τζαι εδημιουργήσαν ηλεκτρικό πεδίο μεταξύ τους. Μμάθκια γεμάτα θυμό, απογοήτευση, που κρύφκουν σσιλιάες μηνύματα, μέσα στις κόρες τζαι στα χρώματα που πάλλονται ακανόνιστα τζαι νεκατώννουνται όπως τες κουφάες μες στον λάκκο.

    Ψιθυριστά τζαι ήρεμα είπε της «μεν γελαστείς να μου ξανασύρεις τίποτε». «Γιατί;» εφώναξε τζείνη τζαι ετράβησε το σιέρι της σπρώχνοντας μακριά. Τζείνο το γιατί. Επεράσαν πολλές σκέψεις που τον νου του. Όχι μόνο τωρά, τζαι σε άλλους καφκάες. Ποττέ εν εμπόρεσε να τελειώσει τούτη την πρόταση. «Γιατί έννα σε δέρω!», «Γιατί έννα φύω να σε αφήκω!», «Γιατί έννα τα σπάσω ούλλα δαμέσα!». Ποττέ εν απάντησε τούτο το γιατί, το προκλητικό. Το γιατί που εξίντυννε που πάνω του ούλλη την μαγκιά, τον αντρισμό του.

    «Έν’ με το αβρατινί, σιχτιμινί κόρη μου; Εκαταντήσαμε να μεν μπορούμε να πούμε μια κουβέντα σιόρ! Είντα εφουτουνιάστηκες σαν ήταν ο κουμπάρος δαμαί», είπεν της, εσηκώθηκε πάνω, άνοιξε τα σιέρκα του επικαλούμενος τους ουρανούς τζαι έδεισε τα φρύθκια του.
    «Άλλο μιαν κουβέντα, τζαι άλλο να συναγλύφεσαι όπως τον κάττο τζαι να γλυκοθωρείς τες ζάμπες της κόρης του κουμπάρου. Έν’ μωρό ρε, ‘εν’ μωρό, εμπορούσε να εν αγγόνισσα σου ρε, πόρνε».

    Εγεμώσαν τα μμάθκια της. Έφκαλεν την ποθκιά, εμάτσιασε την τζαι έφερε την κοντά στο πρόσωπο της. Έχασε για μια στιγμή την ισορροπία της τζαι εκούμπησε στον παραστατό της πόρτας. Άρκεψε να νεκαλλιέται «Έσπασες με ρε…έσπασες με…». Έκατσε χαμαί, τζαι όπως το φτερούγισμα που φεύκει εμουρμούρισε: «Εγέρασες με ρε…».