Στο πιο γλυκό κουλλούρι του κόσμου.
Ακόμα λλίες μέρες..
Bob Marley / Peter Frampton
Στο πιο γλυκό κουλλούρι του κόσμου.
Ακόμα λλίες μέρες..
Bob Marley / Peter Frampton
Άκουσα την παρακάτω ιστορία, μόλις τωρά τζιαι είπα ότι εννα ενδιαφέρει τζι’ αλλους.
Ένας Γιουγκοσλάβος τραγουδιστής, έπιασε κάποτε το τραγούδι “Το καράβι” του Ζαμπέτα τζιαι επαρουσίασε το ως δικό του στην χώρα του.
Οι δημοσιογράφοι, επήαν στον Ζαμπέτα τζιαι ερωτήσαν τον αν θα υποβάλει μύνηση.
Ο Ζαμπέτας απάντησε “Τι μύνηση να υποβάλω ρε παιδιά; Φουκαράς είναι ο άνθρωπος, τώρα γεννάει και η γυναίκα του. Το πολύ, πολύ να πεταχτώ μέχρι το Βελιγράδι να βαφτίσω και το παιδί.”
Έσιει ανθρώπους που άμα ακούν μουσική κλαμουρίζουνται. Ακόμα τζιαι άμα ακούν κοινότυπα, χιλιοειπωμένα τραγούδια που μιλούν για τα ίδια τζιαι τα ίδια. Σάννα τζιαι ένα δάκτυλο πατά ένα κουμπί στην ψυσιή τους.
Επίσης, έσιει ανθρώπους, που άμα τρών νιώθουν άσιημα. Ακόμα τζιαι νηστικοί να εν ούλλη μέρα, μόλις βάλουν ένα βούκκο φαι μες το στόμα τους, νιώθουν ότι εν λαίμαργοι τζιαι ότι εν έπρεπε να φαν επειδή εννα πασιήνουν. Έσιει τζιαι κάποιους που άμα κάτσουν να φάν, τρών σάννα τζιαι εν θα ξαναφάν ποττέ στην ζωή τους. Τζιαι εν εντάξει.
Ξέρω επίσης, ότι κάποιοι άνθρωποι, μινήσκουν μόνοι τους στο σπίτι τζιαι κάθουνται ούλλη νύχτα μπροστά που μια οθόνη. Τζιαι ότι δείχνει καταπίνουν το σαν το ναρκωτικό. Μόνοι τους. Αλλά εν τους ενοχλεί. Επειδή, νιώθουν ότι εν μπορούν χειριστούν τον κόσμο έξω τζιαι προτιμούν να ακούν τζιαι να θωρούν παθητικά. Έτσι τους αρέσκει όμως.
Υπάρχουν άνθρωποι, που νομίζουν ότι εν οι θεοί του σεξ. Τζιαι παν κάθε νύχτα έξω με σκοπό να έβρουν κάποιο ή κάποια τζιαι να τους το αποδείξουν. Τζιαι άμα εν τα καταφέρουν, μαραζώνουν τζιαι νιώθουν ανίκανοι. Κάποιοι άλλοι, νομίζουν ότι έννεν καλοί τζιαι απλά αποφεύγουν όσο μπορούν να το κάμνουν. Φοούνται ότι εννα το ανακαλύψει ο κόσμος τζιαι εννα τους περιπαίζει. Άλλοι απλά βαρκούνται το τζιαι προτιμούν να διαβάζουν.
Έσιει πλάσματα, που εν πάντα νευριασμένα, που εν πάντα αγχωμένα με την δουλεία, με το σπίτι, την οικογένεια. Που αν τους πίαεις που την μούττη εννα εκραγούν τζιαι όποτε κάτσουν να πνάσουν, διερωτούνται τί θα γίνει, αν η αυριανή μέρα έννεν όπως την υπολογίζουν. Κάποιοι που τούτους απότυχαν τζιαι η ζωή εγονάτισε πάνω στα ζηνίσια τους, όπως τον βοσκό που μάσιετε να σφάξει το αρνί. Εν είχαν άλλη επιλογή όμως τζιαι επροσπαθήσαν να ξανασταθούν στα πόθκια τους.
Κάποιοι, ζουν μια δεύτερη ζωή. Που ο ήρωας εν ο εαυτός τους. Αλλά στην ζωή τζείνη, εν παν κάθε μέρα δουλεία. Ούτε τζιαι βουρούν τους οι τράπεζες για να πιερώσουν την δόση τους. Γυρίζουν τον κόσμο άνεννοιας τζιαι εν έτοιμοι να κάμουν τα πάντα χωρίς να σκέφτουνται τα ρίσκα τζιαι τες συνέπειες.
Έσιει τζιαι κάποιους ανάμεσα μας, που άμα ακούσουν ότι εσυνέβηκε κάτι καλό στους άλλους, βαθκιά μέσα τους ζηλεύκουν. Επειδή νιώθουν ότι κάτι τέθκοιο εν θα τους συμβεί ποττέ. Εν το δείχνουν όμως τζιαι διούν συγχαρητήρια τζιαι προσπαθούν όσο μπορούν να εν χαρούμενοι για την ευτυχία των άλλων. Τζιαι εν υποκρίνουνται, απλά εύχονται να εσυνέβαινε τζιαι σε τζείνους κάποτε κάτι παρόμοιο.
Υπάρχουν ανθρώποι, που εν θα σου πουν ποττέ, σ’ αγαπώ. Φίλοι σου, συγγενείς σου, σύντροφοι σου. Έστω τζιαι αν μέσα τους, ξέρουν το ότι αγαπούν σε παραπάνω που την ζωή τους τζιαι εννα εδιούσαν τα πάντα για σένα. Η λέξη τούτη δυσκολεύκεται να φκεί που το στόμα τους αλλά εν γραμμένη πάνω στες πράξεις τους.
Κάποιοι, εν οι μεγαλύτεροι επιστήμονες στον κόσμο αλλά εν το ξέρουν, άλλοι έχουν μια ιδέα που μπορεί να αλλάξει το σύμπαν αλλά εν το λαλούν επειδή φοούνται ότι εν ηλίθια, μερικοί εν σπουδαίοι συγγραφείς αλλά ότι γράφουν φυλάουν το στα συρτάρκα τους τζιαι εν το θκιαβάζει ποττέ κανένας. Ούλλοι εννα πεθάνουν μια μέρα τζιαι εν θα μάθουμε ποττέ ούτε ποιοι ήταν, ούτε τι εννα εμπορούσαν να κάμουν.
Είπαν μου ότι υπάρχουν τζιαι άνθρωποι που εν κανονικοί, σαν τζείνους που θωρούμε στην τηλεόραση, αλλά εν εγνώρισα ποττέ κανένα που κοντά. ..
Η ιστορία που ακολουθεί είναι αληθινή.
Δεν είμουν μάρτυρας εγώ όμως των καταστάσεων που θα περιγράψω πιο κάτω. Την ιστορία την άκουσα απο κάποιο αδελφικό μου φίλο ο οποίος ήταν υπάλληλος στην εταιρεία που περιγράφω.
Τα πρόσωπα και οι τοποθεσίες έχουν τροποποιηθεί. Οι καταστάσεις και τα τεκτενόμενα όμως, δυστηχώς είναι πέρα για πέρα πραγματικά.
Στο διαφημιστικό γραφείο του Μιλτιάδη, ο Βαγγέλης εδούλεφκε βοηθός γραφίστα. Εν ήταν ακριβώς η δουλεία των ονείρων του, αλλά ήταν ένα εισόδημα που τον εσυντηρούσε ώσπου να έβρει τζείνο που πραγματικά ήθελε να κάμνει.
Το καλοκαίρι, η δουλειά εν πεσμένη. Ο παραπάνω κόσμος εν με διακοπές, οπόταν εν θωρεί πολλή τηλεόραση, έτσι τζιαι οι απαιτήσεις για διαφημιστικές υπηρεσίες εν λλίες. Τες παραπάνω ώρες στην δουλεία, το καλοκαίρι, ο Βαγγέλης περνά τες μες το ιντερνετ.
Μια μέρα σαν τες υπόλοιπες του καλοκαιριού, ο Βαγγέλης, εκάθετουν στο γραφείο του τζιαι φτιάχνοντας μπάλες με τες κόλλες του πρίντερ, έπαιζε μπάσκετ, χρησιμοποιώντας τον κάλαθο των αχρήστων που ήταν στον απέναντι τοίχο, για μπασκέτα.
Την ώρα που εκτύπησε το κουδούνι της εισόδου, ο Βαγγέλης ισορροπούσε την καρέκλα του στους δύο πίσω τροχούς τζιαι με το ένα χέρι εδοκίμαζε να σουτάρει. Επροσεδάφισε, άτσαλα την πλαστική καρέκλα με τις ρόδες τζιαι εσυκώθηκε βαριεστημένα να ανοίξει.
Πριν προλάβει να φτάσει στην έξοδο του γραφείου του, ο Μιλτιάδης ήταν ήδη στην κεντρική είσοδο τζιαι εκαλωσόριζε χαμογελώντας μια όμορφη κοπελιά. Ο Βαγγέλης, εντυπωσιάστηκε παραπάνω με την αντίδραση του Μιλτιάδη, παρά με την κοπέλα. Ο Μιλτιάδης, δεν άφηνε το γραφείο του για κανένα τζιαι για τίποτε. Ο βασικόττερος λόγος που έβαλε την αγγελία στην εφημερίδα, για γραμματέα, ήταν επειδή εβαρκέτουν να συκώννετε να κάμνει καφέ το πρωί. Τζιαι φυσικά για να έσιει κάποιο να μπορεί να διατάζει, αφού οι υπαλλήλοι του δεν τον εβάλλαν υπόψη όσο τζιαι αν εφώναζε.
Ήταν όμως τζιαι τζείνη πραγματικά όμορφη. Όχι πολλά ψηλή, μάλλον αλλοδαπή, σίουρα όχι Ρωσσίδα. Γύρω στα 30. Βαμμένα μαύρα μαλλιά, χτενισμένα άφρο. Ανοιχτά χρώματα, του ανατολικού μπλόκ, τζιαι χείλη έντονα κόκκινα, της δεκαετίας του 80. Το πόδια της επροσπαθούσαν να σκίσουν το στενό τζίν που τα εφυλάκιζε, ενώ το στήθος της , εσήκωνε υποδειγματικά την στενή, κοντή μπλούζα της, για να φαίνεται το σκουλαρίκι που είσιεν στον αφαλό. Το άρωμα της, έκαμνε την καρδιά κάθε αρσενικού να χάννει χτύπους ενώ τα τακκούνια της ανοίγαν τρύπες στην αυτοπεποίθηση κάθε γυναίκας που ήταν γυρώ της.
“Περάστε, περάστε”, είπε ο Μιλτιάδης στην κοπέλα, ενώ στον δρόμο για το γραφείο του, εχαμογέλασε με νόημα στον Βαγγέλη τζιαι είπε αυστηρά “Να μεν με ενοχλήσει κανένας, έχω μίτινγκ”. Ο Βαγγέλης εστραβοκοίταξε τον τζιαι αδιάφορα, επέστρεψε στις προηγούμενες του ασχολίες.
Μετά που δέκα λεπτά, ο Μιλτιάδης άνοιξε την πόρτα του γραφείου τζιαι εβούρησε προς τον Βαγγέλη. Πριν προλάβει να σταματήσει εξεκίνησε να του λαλεί “Είδες την τούτη ρε Βαγγέλη; Αμάναμουμάναμου, ήντα πράμα. Έξερα το ότι εν έτσι που την ώρα που την άκουσα στο τηλέφωνο. Όΐ όπως τες Κυπραίες που έρκουνταν ως τωρά. Τούτη δαμέ εννα μας κάμνει ότι θέλουμε. Τζιαι τον κώλο της εννα τον πίαννουμε, τζιαι αμα θέλουμε “τίποτε παραπάνω” εννα μας το κάμνει. Τζιαι εννα μας κάμνει τζιαι καφέ το πρωί.”
Ο Βαγγέλης εχαμογέλασε αμήχανα τζιαι επροσποιήθηκε ότι έσιει δουλειά για να τον ξεφορτωθεί. Ο Μιλτιάδης επέστρεψε με την ίδια ταχύτητα στο γραφείο του. Όΐ για πολλή ώρα όμως.
Μετά που κανένα τέταρτο, ο Μιλτιάδης τζιαι η κοπέλλα εφκήκαν που το γραφείο. Ούτε ο Μιλτιάδης εφαίνετουν ευχαριστημένος αλλά ούτε τζιαι τζείνη επετούσε που την χαρά της. “Ευχαριστούμε, θα σας ειδοποιήσουμε” είπε ο Μιλτιάδης, τζιαι με ύφος μωρού που το εβάλαν τιμωρία, ακούμπησε στην είσοδο του γραφείου του Βαγγέλη.
“Ε, τι έγινε;” ερώτησε ο Βαγγέλης.
Ο Μιλτιάδης, νευριασμένος, απογοητευμένος τζιαι πνιγμένος που το παράπονο, απάντησε “Θέλει μου τζιαι 600 ευρώ εν την κανούν τα άλλα ούλλα.”
Σάββατο πρωί.
Τρία άτομα μέσα σε ένα Nissan Patrol, κατευθηνούμαστε για νύχτες μαγικές και καταισιεμμένες στο κάμπινγκ της Πόλης.
Στο ράδιο, η Στέλλα Γεωργιάδου που τοπικό σταθμό της Πάφου (σιγά να μεν είσιεν CD το τάνκς).
Μαζί με το τραούδι ο Χάρος τραουδά, δεύτερη φωνή.
Πάω σαν το σκάϊ
Πιάννω το καλάϊ
Τώρα θα σιορτάρω ουλλά τα power supply.