Author: Joshoua

  • Oι αρφούες μου

    Το πατρικό μου το σπίτι, το σπίτι που εμεγάλωσα, ήταν μιτσή. Ήμαστε τρείς αρφούες, τζιαι εμινήσκαμε στο ίδιο δωμάτιο.

    Εγώ ήμουν ο μιτσής. Ο ένας εν 6 χρόνια πιο μεγάλος που μένα τζιαι ο άλλος 10 χρόνια. Τους αρφούες μου αγαπούσα τους, τζιαι εθαύμαζα τους που τον τζιαιρό που ήμουν μωρό. Τον καθένα με διαφορετικό τρόπο τζιαι για διαφορετικό λόγο.

    Το δωμάτιο μας το λοιπόν, είσιεν μέσα δύο κρεβάτια.  Ένα κρεβάτι πάνω κάτω τζιαι ένα κανονικό. Το διπλό το κρεβάτι, ήταν κουμπημένο στην γωνιά του δωματίου για να χώννει μια τρύπα πάνω στον τοίχο, που εδημιουργήθηκε μάλλον που την υγρασία. Θυμούμαι ότι οι τοίσιοι εξυφιλλίζαν , τζιαι τες νύχτες κρυφά, ετραβούσα τα κομμάθκια της πογιάς τζιαι έφκαλλα τα, επειδή αρέσκαν μου τα απρόβλεπτα σχήματα που άφηνε πίσω της.

    Απέναντι που τα κρεβάτια, ήταν μια παπουτσοθήκη τζιαι που πάνω μια τηλεόραση NEC, έγχρωμη με οκτώ κανάλια. Στα αριστερά της, ήταν φατσιμένη, πουλλωμένη γερά. Είσιεν την σήρει ο αρφός μου χαμέ κατά λάθος τζιαι η μάνα μου πάντα ελάλεν μας ότι εν τόσο καλή τηλεόραση, που εξακολούθησε να δουλέφκει, ακόμα τζιαι μετά που τζείνο το ατύχημα. Στημένο πάνω που την τηλεόραση, είχαμε ένα βίτεο National, που έφερεν ο παπάς μου που την Νιγηρία. Ήταν πολλά προχωρημένο για μας τότε, να μπορούμε να βιτεογραφούμε πράματα που την τηλεόραση. Εδικαιούμαστε να νοικιάζουμε τζιαι μια κασέττα την εβδομάδα που το βίτεοκλαπ.

    Στο δωμάτιο επίσης ήταν το σιδερένιο γραφείο του μεσαίου αρφού μου. Γεμάτο με αφίσες τζιαι αυτοκόλλητα που μοτόρες. Είχαμε, θυμούμαι, μια μεγάλη αφίσα με μια μότοκρος, τζιαι άρεσκε μου να στέκουμε μπροστά της τζιαι να κορτώννω, ήταν ίσια μαζί μου τζιαι εντυπωσιάζουμουν που υπήρχαν τόσο μεγάλες φωτογραφίες.

    Τα μαρμαράκια, ήταν ποτζίνα τα ψηφιδωτά τα μιτσιά, που είχαν ούλλα τα σπίθκια της δεκαετίας του 70. Ήταν κυρίως πορτοκαλιά, με μαύρα, άσπρα τζιαι γκρίζα πετρούθκια. Το χρώμα του δωματίου άσπρο. Αλλά με την λάμπα την κίτρινη να αφτέννει που πάνω, εγώ θυμούμαι το κίτρινο-πορτοκαλί.

    Ήταν γεμάτο πράματα. Στο μικρο διάστημα που έφτασα να θυμούμαι τζιαι τους δυο μου αρφούες μέσα, ήταν πολλά ωραία τζιαι ζεστά. Τουλάχιστον έτσι το νιώθω μέσα μου. Ζεστά, όμορφα, απλά τζιαι ήρεμα. Μπορεί να εν επειδή ήμουν μωρό.

    Εν ξέρω πως ήταν για τον αρφό μου τον μεγάλο, που στα 16 του έπρεπε να ανέχεται να μινήσκει με τους θκύο μιτσιούς του αρφούες τζιαι να μεν έσιει τον δικό του προσωπικό χώρο.

    Εγώ έθελα πάντα να είμαι δίπλα τους. Να νιώθω κομμάτι της παρέας. Έθελα σημασία. Εμάθενα τα τραούθκια που ακούαν, πόξω, τζιαι μετά ετραουδούσα τα , δήθεν σε ανύποπτο χρόνο, για να μου δώκουν σημασία. Άμα έπαιζε κομπιούτερ ο αρφός μου, τζείνο που εγόρασε με τα λεφτά που εφύλαξε τα χρόνια που εδούλεφκε στα χτίσματα με τον παπά μου, εν μας άφηνε να του κοντέφκουμε. Έκλειε την πόρτα του δωματίου τζιαι απαγόρευε μας να μπούμε μέσα. Εγώ επάεννα κρυφά, πίσω που την πόρτα τζιαι εκρυφοθώρουν τον που έπαιζε Samantha Fox’s Strip Poker τζιαι Nigel Mansell’s Rally.
    Η σχέση μου με τους αρφούες μου ήταν μια που τες κινητήριες δυνάμεις πίσω που τον σημερινό μου χαρακτήρα. Τον μεγάλο μου αρφό εθαύμαζα τον γιατί εθεωρούσα ότι ίσιεν την απόλυτη αλήθκεια. Ο τρόπος που ίσιε να με απομακρύνει που κάθε του δραστηριότητα, που κάθε του ασχολία, επίσμοννε με παραπάνω να προσπαθώ να καταλάβω τζιαι να νεκατωθώ στην κοσμοθεωρία του. Ίσως επειδή ένιωθα ότι εν με υπολόγιζε τζιαι ήθελα να του αποδείξω ότι είμαι υπολογίσιμος. Εν ξέρω γιατί, στο κάτω, κάτω ήταν ο μεγάλος μου αρφός. Ούλλοι θαυμάζουμε λλίο πολλά τους αρφούες μου. Η έγκριση που τον αρφό μου εν ήρτεν ποττέ πάντως. Σε κάποια φάση εσταμάτησα απλά να την επιδιώκω τζιαι τα πράματα εγινήκαν πολλά καλύτερα στην ζωή μου.

    Με τον μεσαίο μου αρφό πάντα είχα μια σχέση αδελφικής αγάπης. Τζείνης της αγάπης που απλά υπάρχει, αλλά εν έσιει καθαρό λόγο να εν τζιαμέ. Δηλαδή, εμαλλώναμε, εδερτήκαμε τζιαι μια φορά, αλλά πάντα ένιωθα ότι αγαπώ τον, χωρίς όρους τζιαι χωρίς περιορισμούς. Όχι πως τον μεγάλο εν τον αγαπώ. Ο μεσαίος όμως, πάντα έδειχνε μου ότι αγαπά με πίσω τζιαι έδειχνε να ενδιαφέρετε για τα πράματα που έκαμνα. Η έγκριση του ήταν δεδομένη. Τζιαι για αυτό το λόγο, ακόμα τζιαι σήμερα η δική μου έγκριση στα πράματα που αποφασίζει (ως επι το πλείστον) εν δεδομένη.

    Οι σχέσεις μου τζιαι με τους θκυό, εν διαφορετική, τελοσπάντων. Κάποτε νιώθω ότι είμαι η μέση τους, ότι έχω κομμάθκια τζιαι που τους θκύο. Σίουρα όμως, η σχέση μου με τους αρφούες μου, επεκτείνετε πολλά παραπάνω που την απλή συνύπαρξη . Εν σχέση γεμάτη αναμνήσεις, συναισθήματα τζιαι γεγονότα. Είμαστε τρείς διαφορετικοί, εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι.  Σε πολλές φάσεις όμως, οι παλμοί μας συναντιούνται τζιαι λειτουργούμε στο ίδιο επίπεδο.

    Είχα μια πολλά έντονη, πολλά σπουδαία παιδική ηλικία. Τζιαι τούτο εννα προσπαθήσω να προσφέρω τζιαι στην δική μου κόρη. Ένα μέρος τούτων των αναμνήσεων ήταν τζιαι οι αρφούες μου. Μπορεί να ακούσω κάτι, να δώ κάτι τζιαι αμέσως να ανοίξει μέσα μου μια φουντάνα τζιαι ξεκινήσουν να τρέχουν εικόνες τζιαι λόγια. Μια απλή, αδιάφορη εικόνα, μπορεί για μένα να περιγράφει μια ολόκληρη ιστορία.

    Ο αρφός μου ο μεγάλος, ίσιεν ένα αρμάρι χαμηλό, άσπρο, με ασημένια χερούλια. Το μισό ήταν αρμάρι τζιαι το άλλο μισό συρταριέρα. Ήταν κομμάτι της ανεξαρτησίας του που τους υπόλοιπους. Για χρόνια, εθώρουν το εξής γραμμένο πάνω στο αρμάρι του «Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα.. βάλε στα ρούχα σου φωτιά..». Όσον απίστευτο τζιαι αν ακούεται, εκάθουμουν χρόνια τζιαι εσκέφτουμουν τι σημαίνει τούτο το πράμα. Που την μια ακούετουν μου τόσο ασυνάρτητο τζιαι που την άλλη να έσιει τόσο βάρος, τόση δύναμη.

    Ώσπου τζιαι έγινα έφηβος τζιαι άκουσα την Μπέλλου να το τραουδά. Τζιαμέ ένιωσα ότι ο έφηβος εγώ, εσυνάντησε τον έφηβο αρφό μου. Ότι οι ζωές μας, οι σκέψεις μας, εσυναντηθήκαν σε ένα φανταστικό σημείο. Σάννα τζιαι επερνούσεν ο αρφός μου που ένα μονοπάτι τζιαι μετά που καμπόσο τζιαιρό, επέρασα τζιαι εγώ που τον ίδιο δρόμο τζιαι είδα τες πατιμασιές του.

    Ακόμα τζιαι σήμερα άμα ακούω τούτο το κομμάτι, γεμώννει το μυαλό μου εικόνες τζιαι σκέψεις. Απόδειξη, το κείμενο που γράφω τωρά.

  • Το πρωτό χαμόγελο.

    Έππεσα πάνω στο κρεβάτι μπρούμυτα, το πρωί, ντυμένος, έτοιμος για δουλειά.

    Σε λλίο, εν η ώρα που πρέπει να φάεις. Ήδη άρκεψες τζιαι κλωτσάς τα πόθκια σου τζιαι σούζεις τα σιερούθκια σου. Ακανόνιστα, άτσαλα, νευρικά. Εν ο μοναδικός τρόπος που ξέρεις τωρά για να εκφράσεις την αγανάκτηση σου, για το κομμάτι του στομαχιού σου που εν όφκερο.

    Τζιαι κάμνεις κάτι ήχους, όπως το πουλλούι, τρίζεις σαν την πόρτα την σκουρκασμένη. Γουργουρίζεις, σφίγγεσαι τζιαι ξαπολάς μια φωνούα, ενα κλαματούι, πέντε δευτερόλεπτα. Κοτσινίζει το προσωπούι σου τζιαι προσπαθείς με ούλλο σου το κορμί να καταλάβεις τζιαι να καταβάλεις τούτη την αίσθηση την πρωτόγνωρη, της πείνας.

    Αβοήθητη πανικοβάλλεσαι, σταματάς να αναπνέεις τζιαι γίνεσαι ένα κουβάρι. Όπως εσυνήθισες να είσαι, όπως ήσουν μέσα στην μάμα, λλίες μέρες πρίν. Τζιαι στο αποκορύφωμα τούτης της αντίδρασης, τζιαμέ που λαλώ ότι εννα κάμεις έκρηξη τζιαι να τράβησεις τα πλευρά του κρεβαθκιού τζιαι να τα κάμεις σπάσεις, αφήνεις μια αναπνοή ανακούφισης, τζιαι όπως απότομα εξεκίνησες την διαμαρτυρία σου, το ίδιο απότομα, χαλαρώνεις την κκελλούα σου, χασμουριέσαι τζιαι συνεχίζεις τον ύπνο σου.

    Τούτον ήταν το κακό ούλλο. Προειδοποίηση, ότι σιγά, σιγά το ποτήρι ξεσιηλά τζιαι ότι σε λλίο εννα λάβεις δραστικά μέτρα τζιαι να απαιτήσεις ικανοποίηση των αιτημάτων σου, άμεσα. Καθαρό πανί τζιαι φαί.

    Τούτο κάμνεις το καθημερινά.

    Μόνο που το πρωί τούτο, εχαλάρωσες την κκελλούα σου τζιαι μέσα στον ύπνο σου, εχαμογέλασες. Το πρώτο σου χαμόγελο. Η τουλάχιστον, το πρώτο σου χαμόγελο, που είδα. Μπορεί να εν τζιαι το πρώτο χαμόγελο που πραγματικά είδα, σε ούλλη μου την ζωή. Τα παραπάνω χαμόγελα που θωρώ καθημερινά, εσυνήθισα τα, πολλά αγνοώ τα. Τούτο ήταν το πρώτο χαμόγελο που είδα.

    Άνοιξες το στοματούι σου, ξιδόντισσα, τζιαι άπλωσες τα σιειλούθκια σου που την μια πλευρά του προσώπου σου στην άλλη, κάμνωντας τα μαουλούθκια σου, θκυό κκεραζούθκια κότσιηνα. Εμισοάνοιξες τα μματούθκια σου, εδίπλωσες τα πόθκια σου, τζιαι για μερικά δευτερόλεπτα έμεινες έτσι. Χαμογελώντας, με ανοιχτό το στόμα, να αιωρείσαι, να πετάς στην ευτυχία. Το πιο ευτυχισμένο πλάσμα στην γη.

    Εν ξέρω τι εθώρες στον ύπνο σου τζείνη την ώρα. Αγκαλιές, βυζιά με γάλα, μυρωθκιές τζιαι χρώματα καινούργια. Εθώρες το τζιαι αντιδρούσες με τον πιο όμορφο τρόπο που υπάρχει. Το χαμόγελο. Το μοναδικό πράμα που εν σου μαθαίνει κανένας να κάμνεις. Που το κάμνεις επειδή γεμώνεις με ένα συναίσθημα, ένα σύννεφο χαράς τζιαι ικανοποίησης, που ξεκινά που το στήθος σου τζιαι καταλήγει να απλωθεί στο στόμα σου τζιαι να σβήσει γλυκά πάνω στα μματόκλαδα σου.

    Το ένστικτο της ευτυχίας, της ηρεμίας. Τζιαι είδα σε, τζιαι ένιωσα τζιαι εγώ ευτυχισμένος, ήρεμος. Τζιαι εσηκώθηκα που το κρεβάτι τζιαι ήθελα να φκώ στους δρόμους να φωνάζω ότι εχαμογέλασες τζιαι ότι είδα σε. Είπα το της μάμας, τζιαι εχαμογέλασε τζιαι τζείνη.

    Τζιαι έκατσα με την φωτογραφική, όπως τον χαντό, τζιαι επερίμενα σε να ξαναχαμογελάσεις. Για να σε δώ, τζιαι να παγιδέψω την στιγμή σε μια καρτού, σε ένα κομμάτι κόλλα, σε μια οθόνη. Εν τα εκατάφερα όμως. Την εικόνα επαγίδεψα την, η στιγμή εφυλάκτηκε μες την ψυσιή μου τζιαι εννα μείνει τζιαμέ ώσπου υπάρχω τζιαι εγώ. Εν κομμάτι του αέρα, του κόσμου, του ουρανού. Τούτα τα πράματα αιωρούνται τζιαι τζοιμούνται πάνω στα μάθκια μας, μέσα στην καρδιά μας. Εν παγιδεύκουνται σε φωτογραφικές.

    Εθύμησες μου σήμερα, ότι η ευτυχία γεννιέται μαζί μας. Εν φωθκιά μες το στομάσιη μας τζιαι πολεμά να φκεί πάνω. Γεννιούμαστε τζιαι αρκέφκουμε να χαμογελούμε. Μεγαλώνουμε, τζιαι μαθαίνουμε να μεν χαμογελούμε.

    Εν ήταν το πρώτο χαμόγελο που είδα στην ζωή μου. Πιθανόν, ούτε το πρώτο χαμόγελο δικό σου. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που πραγματικά είδα, εδώ τζιαι πολλή τζιαιρό. Τζιαι εφύλαξα το μέσα μου τζιαι κουβαλώ το, που το πρωί μαζί μου.

     

  • Περιμένοντας..

    Εχτές είδα το πρόσωπο σου για τελευταία φορά που την τηλεορασούα του γιατρού. Την επόμενη φορά που εννα συναντηθούμε, εννα είσαι έξω που την ζεστασιά τζιαι την ασφάλεια του σώματος της μάμας. Ακόμα ένας άνθρωπος έξω στην απεραντοσύνη τζιαι την αβεβαιότητα του κόσμου μας.

    Αν τζιαι όσο είσαι μέσα στην κοιλιά της μάμας, νιώθω ότι κάπως αγνοώ την ύπαρξη σου. Μάλλον εν επειδή εν άρκεψες ακόμα να κλαίεις τζιαι να θέλεις άλλαμα τζιαι φαί. Καμιά φορά την νύχτα κλωτσάς με δύναμη τζιαι νώθω σε, την ώρα που κρατώ την μάμα αγκαλιά.

    Την ώρα που σε θωρώ στην οθόνη του γιατρού, γεμώνει η ψυσιή μου συγκίνηση. Κάθε φορά τζιαι πιο μεγάλη, πιο ολοκληρωμένη. Σάννα τζιαι παλεύκεις με το σύμπαν για να γίνεις άνθρωπος. Θυμούμαι που ήσουν μια κουκκίδα στην οθόνη τζιαι έβαλε μας ο γιατρός να ακούσουμε την καρδιά σου. Τωρά θωρώ σε που δυσανασχετείς άμα σε ταράσσει ο γιατρός τζιαι νεκατώνεις τα σιερούθκια σου. Μια φορά εχασμουρήθηκες τζιαι μια άλλη εδώκαμε πάνω σου την ώρα που έφκαλλες την γλώσσα σου έξω. Αν το έκαμνε οποιοδήποτε άλλο μωρό τούτο, εν θα εντυπωσιάζουμουν. Εσένα όμως είδα σε να γίνεσαι που το τίποτε σε κάτι. Σε κάτι που έσιει, κάτι που εμένα τζιαι που την γενέκα που αγαπώ, μέσα του.

    Ξέρω ότι κοντεύκουν οι μέρες να φκείς που τζιαμέ που είσαι. Με τον πιο έντονο τζιαι σχεδόν βίαιο τρόπο που υπάρχει ίσως στον κόσμο. Φωνάζοντας τζιαι κλαίοντας. Φοιτσιασμένη τζιαι απορημένη για τούτο τον καινούργιο κόσμο που έρκεσαι να γνωρίσεις. Τζιαι εγώ φοιτσιασμένος τζιαι απορημένος είμαι. Πως να σε πιάσω, πως να σε ταΐσω, να σε λούσω, να σε αλλάξω. Το ότι εκάμαν το χιλιάδες άλλοι πριν που μένα τούτο, εν με καθησυχάζει καθόλου.

    Εν ξέρω αν είμαι έτοιμος να γίνω πατέρας. Νομίζω ότι κανένας έννεν έτοιμος. Εν υπάρχει κάποια διαδικασία που σε προετοιμάζει να είσαι ο απόλυτα υπεύθυνος για την ζωή κάποιου ανθρώπου. Έτοιμος είσαι όταν περιμένεις να αντιμετωπίσεις κάτι το γνώριμο. Το να περιμένεις το πρώτο σου μωρό εν κάτι το εντελώς άγνωστο τζιαι πρωτόγνωρο. Ξέρω ότι είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω τες ευθηνές που προκύπτουν τζιαι τούτο αρκεί.

    Είμαι έτοιμος να σε αγαπήσω, να σε μεγαλώσω, να σε βοηθήσω τζιαι να ζήσω δίπλα σου όσο μπορώ τζιαι όσο με αντέξεις.

    Άμα σε σκέφτουμαι, γεμώνει με ένα συναίσθημα που εν μπορώ να το περιγράψω με μια λέξη.  Εν ούλλες οι όμορφες στιγμές που έζησα ως τωρά, συμπυκνωμένες σε μια εικόνα. Σάννα τζιαι μαζεύκω όσα έζησα, όσα νιώθω τζιαι όσα έμαθα, σε ένα δοχείο τζιαι περιμένω να σου τα δώκω μόλις γεννηθείς.

    Τζιαι ανησυχώ, άμπα τζιαι ξεχάσω τίποτε τζιαι εν τα καταφέρω να σε προστατέψω που τον κόσμο. Πρέπει να χωνέψω ότι εν σημαντικότερο να σε μάθω πως να μαθαίνεις, παρά να προσπαθήσω να σε μάθω ότι ξέρω.

    Ίσως να έσιεις εσύ παραπάνω πράματα να με διδάξεις, παρά εγώ εσένα. Πράματα που εξέχασα τζιαι νοσταλγώ. Ίσως να εν τζιαι γιαυτό που ανυπομονώ τόσο πολλά να έρτεις. Για να με γλυτώσεις που την μονοτονία του κόσμου τζιαι να μου δείξεις την άλλη πλευρά της ζωής.

     

  • Μήνυμα.

    Εσκέφτηκα πολλά σοβαρά να τα βαώσω ούλλα τζιαι να πάω έσσω μου.

    Έκατσα που έκατσα τόσον τζιαιρό, λαλώ, να βάλω μια ταπέλλα πάνω “Κλειστό μέχρι νεωτέρας” τζιαι να φκώ σε όνλαιν σύνταξη.

    Έγραψα τζιαι το κειμενούι μου, έβαλα το καππέλο μου, εστάθηκα στην πόρτα τζιαι εγύρισα πίσω μου.

    Είδα τους καναπέδες, τα τραπέζια, τα module τζιαι τα themes, εγεμώσαν τα μάθκια μου.

    Έμετροφύλλισα τες σελίδες του μπλόγκ τζιαι είδα κομμάθκια της ψυσιής μου αφημένα, τόπους, τόπους. Συσταρισμένα, τζιαι αποθεμένα προσεχτικά. Όπως τα χανναπούθκια που είσιεν η γιαγιά μου διακοσμημένα μες την γυάλλενη την αρμαρόλλα.

    Άφηκα την τσέντα μου στο πάτωμα, έβαλα το καππέλλο μου πίσω στον καλόγερο τζιαι έκατσα στο τραπέζι για λλίο. Εχαλάρωσα την γραβάτα μου, άναψα τζιαι ένα τσιάρο τζιαι έκλεισα για λλίο τα μάθκια μου. Εν άκουσα τίποτε. Ησυχία.

    Επήρα μιαν βαθκιάν ανάσα. Πλαστικό τζιαι σύρματα.

    Τζιαι εκατάλαβα ότι τούτο εν δικό μου σπίτι. Τζιαι κάμνει μου καλό. Η ησυχία, η ηρεμία που μου διά το να αποτυπώνω τες σκέψεις μου σε μια οθόνη, τζιαι να τες φυλάω σε ένα ντάταπέις.

    Έκλεισα την πόρτα τζιαι άναψα ξανά τα φώτα.

    “Θέλει βάψιμο” εσκέφτηκα. “Να συσταρίσω τα πράματα μου τζιαι να πιάσω δουλειά”.

    “Εσύ τι λαλείς Ρέα; εννα βοηθήσεις τον παπά”

    Έσουσε πάνω, κάτω την κκελλούα της, καταφατικά.

    “Άτε, τζιαι εννα σου γράφω τι σκέφτουμαι τωρά που είμαι νέος. Επειδή άμα γεράσω, μπορεί να γίνω τζιαι εγώ όπως τους γέρους που ξηχάννουν ύνταλως είναι να είσαι μιτσής τζιαι συναισθηματικός.”

    Εχαμογέλασε. Έκατσε στην καρέκλα δίπλα μου τζιαι ετέντωσε την πλάτη της για να φτάνει να βάλει την κκελούα της πάνω στο τραπέζι. Έβαλε τα θκύο της σιέρκα βάση τζιαι εκούμπησε το πιγούνι πάνω στες παλάμες της. Έμεινε να με θωρεί χωρίς να μιλά. Είπε μου όμως με τα μάθκια της “Ακούω.”

    “Ακόμα τζιαι τωρά που εν ξέρω πως μοιάζεις, κόρη μου. Ξέρω ότι θέλω μια μέρα να κάθεσε σε μια καρέκλα, να θκιαβάζεις τι έγραφα κάποτε τζιαι να νιώθεις ότι κάθουμε τζιαι εγώ δίπλα σου τζιαι αφηγούμαι σου τα. Σαν μια νοητική σύνδεση, που ξεκινά τωρά που ακόμα εν ήρτες στον κόσμο τζιαι εννα συνεχίσει ίσως τζιαι μετά που εν θα είμαι εγώ στον κόσμο. Θέλω αν μέν ‘ννεν άλλο, να σου αφήκω κληρονομιά, κομμάθκια που την ψυσιή μου, επειδή εν τα πιο πολύτιμα κομμάθκια του εαυτού μου.”

    Δώστε μου λλίη ώρα να ανασάνω, τζιαι είμαι πίσω.

    Joshoua