Author: Joshoua

  • ΛΟΑΤ

    Με τη μάνα μου διατηρώ μιαν ιδιαίτερη σχέση. Μέχρι σήμερα νομίζω έν’ ‘που τους λλίους ανθρώπους που μπορώ να κάτσω να μιλήσω, όχι για ούλλα τα θέματα που με απασχολούν, αλλά σίουρα για κάποιες σκέψεις τζαι προβλήματα που μπορεί να προκύψουν.
    Η μάνα μου ακούει με. Κάθεται πάντα απέναντί μου, τζαι συνήθως χωρίς να σχολιάζει τζαι να απαντά, ακούει με. Όπως ένας μεγάλος, ανοιχτός φάκελος. Σύρνω μέσα πληροφορίες, κουβέντες, ασυναρτησίες, νεύρα τζαι θεωρίες. Αννοίει την ώρα που εννά κάτσω, λογικά κλείει την ώρα που εννά φύω, τζαι μάλλον ξαναννοίει άμαν εννά κάτσει κανένας αρφός μου. Εξομολογητής, ψυχολόγος, ο ύστατος σταθμός κάθαρσης, το τείχος των δακρύων της οικογένειας.
    Αν τζαι για μέναν εν θα έν’ ποττέ κοτζιάκαρη, η μάνα μου έν’ μεγάλη. Εγεννήθηκε σε μιαν εποχή πολλά διαφορετικήν ‘που τη δική μας. Σε μιαν εποχή που οι άνθρωποι ήταν πιο απλοί, που οι πόλεις ήταν πιο φιλικές τζαι η ζωή πιο κατανοητή. Γενικά, ήταν πιο εύκολο να καταλάβεις τα πράματα τότε. Εν υπήρχαν ασύρματα δίκτυα, φωτογραφικές χωρίς φιλμ, τηλεοράσεις με θκιακόσια κανάλια. Έναν τζαι έναν ήταν δύο, αρσενικό, θηλυκό. Άντρας, γεναίκα.
    Γι’ αυτό τζαι εξαφνιάστηκα θετικά με την αντίδρασή της όταν της είπα ότι η γυναίκα μου επήρεν το μωρό στη διαδήλωση περηφάνιας των ΛΟΑΤ. «Είντα επήεν;» ερώτησε με συγκρατημένα. «Δηλαδή, με ποιους έν’ που ένι;» εξήγησε στη συνέχεια. Μη μπορώντας να ενώσει τα κομμάθκια μες στον νουν της, ότι μια στρέιτ γυναίκα πάει σε μια εκδήλωση για γκέι, τζαι προσπαθώντας να δώκει νόημα στη γενική εικόνα, ανασηκώθηκε ελαφρά ‘που την καρέκλαν της τζαι έγειρε μπροστά, μάλλον για να μου δείξει ότι έχω την αμέριστη προσοχή της.
    «Με ποιους ένι, μάμμα! Έν’ με το δίκαιο! Έν’ μια εκδήλωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο κάθε άνθρωπος, άσχετα με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, πρέπει να έσιει την ίδια θέση στην κοινωνία όπως ο καθένας μας.»
    «Δηλαδή τι ζητούν τζαι διαδηλώνουν;» εσυνέχισε να με ρωτά, ξαφνιάζοντάς με για δεύτερη φορά με το πόσο διατεθειμένη ήταν να με ακούσει.
    «Τουλάχιστον νομική κατοχύρωση. Μέχρι πρόσφατα τούτοι οι άνθρωποι εθεωρούνταν εγκληματίες. Η Εκκλησία προσβάλλει τους, τα ΜΜΕ χλευάζουν τους, η κοινωνία περιθωριοποιεί τους. Βασικά ζητούν να μεν έσιει σχέση το τι κάμνουν στην προσωπική τους ζωή με το πώς αντιμετωπίζονται ‘που το κράτος.»
    «Εν τζαι ζητούν τίποτε παράλογο» απάντησε η μάνα μου. «Ο καθένας κάμνει ό,τι θέλει έσσω του. Έχουν δίκαιον τα πλάσματα. Εμέναν εν με ενόχλησαν ποττέ. Έν’ η Εκκλησία που εν τους χωνεύκει.»
    «Τζαι του μωρού πώς του το εξηγήσετε τούτο;»
    «Ακόμα εν εχρειάστηκε να της εξηγήσω τίποτε. Τζιαμαί που εννά χρειαστεί να της εξηγήσουμε οτιδήποτε, το μόνο που χρειάζεται να ξέρει έν’ ότι μπορεί να αγαπήσει όποιον την αγαπά. Ασχέτως του τι ράτσα είναι, του τι φύλον έσιει τζαι του τι γεύση παγωτό του αρέσκει.»

  • Το Τατουάζ

    Στα 20 χρόνια μου, η πρώτη μου δουλειά μετά τον στρατό ήταν να κάμνω αρχειοθέτηση μετοχών σε ένα που τα μεγαλύτερα χρηματιστηριακά γραφεία τζείνου του τζαιρού. Ήταν μια δουλειά που δεν εκαταλάβαινα. Απλά έκαμνα την επειδή επλέρωνε τρεις λίρες την ώρα, που ήταν αρκετά λεφτά για μένα τότε τζαι επειδή έπρεπε να ασχολούμαι με κάτι όσον εσπούδαζα.

    Δίπλα μου εκάθετουν ένας τύπος που μόλις είσιεν τελειώσει το πανεπιστήμιο. Ήταν απόφοιτος κάποιας σχολής στην Ελλάδα τζαι τούτη ήταν τζαι τζείνου η πρώτη του σοβαρή δουλειά. Είσιεν μακριά μαλλιά, μούσι, ένα αποτυπωμένο χαμόγελο συνέχεια στην φάτσα του τζαι έναν ειρωνικό βλέμμα, μέσα που τα γαλαζοπράσινα μάθκια του.

    Κουβέντα στην κουβέντα ήβραμεν τα. Είπε μου ότι επήε σε καμπόσες συναυλίες των Metallica όσο ήταν φοιτητής τζαι ότι αρέσκαν του οι Slayer. Ήταν καλό τυπούι τζαι τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω ότι επηρέασε τον τρόπο που σκέφτουμαι τζαι που θωρώ την ζωή παραπάνω που πολλούς άλλους. Παραπάνω που ανθρώπους που ήταν πολλά πιο νεκατωμένοι στην ζωή μου τζαι που ήξερα πολλά παραπάνω τζαιρό.
    Νομίζω τζείνο που με έκαμνε να τον θαυμάζω παραπάνω ήταν η ωμή τζαι αδιαπραγμάτευτα ρεαλιστική του οπτική για τον κόσμο. Πρώτη φορά εγνώριζα κάποιον άνθρωπο που να λαλεί ό,τι ακριβώς σκέφτεται, να μεν φοάται για τζείνο που είναι τζαι τζείνο που νιώθει, που να μεν υποκρίνεται τζαι που να μεν οργανώνει τη ζωή του με βάση τες προσδοκίες των άλλων.

    Πέρα που τες κουβέντες που μου έκοψε για μουσική τζαι για ταινίες. Που μου έδειξε ποιοι εν οι Megadeth τζαι ποιος ο Ταραντίνο, τζαι που με έμπασε κυριολεκτικά στον κόσμο των κόμιξ, πέραν του Μίκυ Μάους. Εμείναν μου στον νου κάποιες που τες κουβέντες του.
    Μια μέρα εμπήκε μια γκόμενα, συνάδελφος, τζαι ερώτησε τον αν έσιει ταττού στην πλάτη του. Φαίνεται ότι μέσα που κοινούς γνωστούς, τούτη έμαθε ότι το κοπελλούι είσιεν ένα πολλά μεγάλο τζαι με λεπτομέρεια ταττού πάνω στην ωμοπλάτη του. Απάντησε της θετικά, τζαι εγύρισε που την άλλη χωρίς να συνεχίσει την κουβέντα.

    Εγώ άρκεψα να τον ρωτώ διάφορα για τα τατουάζ. Αν επόνησε, τι εσχεδίασε, τι συμβολίζει, πόσα εστοίχισε. Ήταν πολλά συγκρατημένος για το τι είσιεν σχεδιάσει τζαι το τι εσυμβόλιζε. Σε καμιά περίπτωση δεν μου έδωκε το δικαίωμα να του ζητήσω να το δω. Έδωκε μου να καταλάβω ότι τζείνο το πράμα ήταν κάτι δικό του, που εν ήταν υποχρεωμένος να το μοιραστεί με κανέναν. Πράμα που ακόμα τζαι σήμερα δεν ισχύει. Πολλοί κάμνουν ταττού τζαι ντύνονται αναλόγως για να φαίνεται τζείνο που εκάμαν.

    «Τα πράματα που χτυπάς πας στο κορμί σου» είπε μου «έν’ μόνο δικά σου. Κάμνεις τα για σένα. Εγώ θεωρώ ότι για να θκιαλέξεις κάτι να σου σημαθκιάζει το κορμί σου για πάντα, είτε εσημάθκιασε την ψυσιή σου για πάντα τζαι θέλεις να το έσιεις τζαι πας το κορμί σου, είτε νιώθεις ότι έννα ξηχάσεις το σημάδι, τζαι θέλεις να θωρείς κάθε μέρα για να θυμάσαι».

    Μέχρι σήμερα, εσκέφτηκα πολλές φορές να κάμω τατουάζ. Πάντα έρκεται ο νους μου πίσω σε τούτη την κουβέντα, τζαι χάννω το θάρρος να προχωρήσω.

  • Οι Αμερικανοί

    Εν ενεκατώθηκα στη συζήτηση. Εσυνέχισα να τρώω τες φατζιές μου τζαι να ακούω τάχα αδιάφορα, αλλά προσεχτικά την συζήτηση. «Οι Αμερικάνοι εν μαννοί» είπε, τζαι εγύρισε την καρέκλα προς τον συνομιλητή του.
    Ο άλλος εγέμωσεν το ποτήρι του νερό που το ψυγείο τζαι έδισε τα σιέρκα του. «Πως εν μαννοί εν δεδομένο, εσύ γιατί το λαλείς με τόση σιουρκά όμως;»
    «Άκου να δεις λεβέντη μου. Εγώ επήα στην Αμερική πριν τέσσερα χρόνια με την δουλειά. Εμπήκαμε μέσα σε ένα πουτζείνα τα τεράστια τα μολ με τους συναδέλφους μου για να ψουμνίσουμε. Άμα τζαι εγοράσαμεν καμπόσα μασκαραλλίκια τζαι εβαρήσαμεν που τες τσέντες, εκάτσαμε σε ένα τραπέζι να φάμε. Τι να φάμε; Μόνο πουτούντες πελλάρες είσεν. Κάτι χάμπουρκερ, κάτι τηανητά κοτόπουλλα, κάτι παγωτά.»
    «Ε, αφού τζειμέσα μόνο πουτούτα τρων» εδιέκοψεν τον ο άλλος τζαι εγέλασε ειρωνικά.
    «Ακριβώς ρε, έπιασες το που το στόμα μου. Το λοιπόν, είπα να ρωτήσω τζαμέ γυρώ αν είσιεν κάτι νάκκο πιο σόι να φάμε. Είσιεν μια γεναίκα τζαι εκάθετουν με τα κοπελλούθκια της. Κοντεύκω της, θωρεί με, τζαι ρωτώ την στα εγγλέζικα αν έσιει υπόψην της πούποτε τζαμέ κοντά που να κάμνει καμιά μπριζόλα, κανένα κρεατικό, άτε κανένα μακαρόνι.»
    «Πέρκι να ήταν μπουκκωμένη τα χάμπουρκερ» είπε κάποιος που μια γωνιά γελώντας.
    «Ου, καλά να είσαι» εσυνέχισε πλέον με φόρα τζαι παραπάνω πάθος, αφού είσιεν τζι άλλους ακροατές. «Ήταν βουττημένη μες τες κέτσιαπ τζαι τζείνη τζαι τα κοπελλούθκια της. Είπε μου ότι εν ήξερε κάτι τζιαμέ κοντά τζαι ότι έπρεπε να πιάμεν ταξί να πάμε προς το κέντρο να έβρουμε κανένα εστιατόριο.»
    «Όπως έκαμα να φύω ερώτησε με πόθθεν είμαστεν. Που την Κύπρο, είπα της.»
    «Γουέαρ ις Σάιπρους, λαλεί μου.»
    Ο παρέας με το νερό, αποφάσισε να προσθέσει ότι είδε ένα βίτεο στο ίντερνετ στο οποίο οι Αμερικάνοι εν ήξεραν να έβρουν που εν η χώρα τους πας τον χάρτη, όι να ξέρουν που εν η Κύπρος.
    «Εξήγησα της ότι είμαστε Έλληνες τζαι ότι ζούμε σε ένα νησί. Γιου νόου σούβλα; λαλώ της»
    «Εν είσιεν ιδέα μάλλον η Αμερικάνα ρε φίλε έννε;» ερώτησε ένας τρίτος.
    «Εν γι’ αυτό που σας λαλώ ρε. Οι Αμερικάνοι εν μαννοί, συντυχάννεις τους τζαι καταλάβεις τους ότι εν αχάπαροι. Τούτος ο Μπάιτεν που ήρτεν σήμερα, πρέπει να εν ο πιο αμπάλατος που ούλλους. Εν υπάρχει λόγος να γίνεται τούτο το καρκασιαλλίκκι ούλλο.»
    Τόση ιστορία, τόσο κακό, τόσα διασταυρωμένα στερεότυπα, για να στηρίξουμε μια παλαβή τζαι ανούσια άποψη. Μια που τες πολλές συζητήσεις που οι Κυπραίοι θάφκουν ούλλους τους υπόλοιπους για να υποστηρίξουν ότι ζουν στο κέντρο της γης τζαι ότι ακόμα τζαι η Αμερικάνα που τρώει πατάτες τηανιτές στο Λούιβιλ, έπρεπε να τους ξέρει.
    Εγύρισα τζαι είπα «Αν μέννεν άλλο οι Αμερικάνοι εκαταφέραν να στείλουν πλάσματα στο φεγγάρι. Εμείς τι εκαταφέραμε; Να πέψουμε την Αντιγόνη στην Ευρώπη;». Εκοιτάξαν με για λίο με απορία, τζαι αγνοήσαν με για το υπόλοιπο της μέρας.

  • Υδραυλικοί

    «Ξέρω ότι περνάτε δύσκολους τζαιρούς. Το ίδιο ισχύει τζαι για την εταιρεία», είπε τζαι εσηκώθηκεν που την καρέκλα. Έβαλεν τα σιέρκα πίσω που την πλάτην του τζαι επερπάτησε σε κύκλο γύρω που το γραφείο του. Θέλοντας να δώσει παραπάνω έμφαση στην ανακοίνωσή του, εσταμάτησε τζαι ακούμπησε με τον πισινό του μπροστά που το γραφείο. Οι υπάλληλοι αμίλητοι επεριμέναν, όπως τους διψασμένους που καρτερούν νερό, τες λέξεις που το στόμαν του. «Εν τζαι εν για καλό που μας θέλει ρε τούτος», είσιεν πει στον δρόμο για το γραφείο ο Πέτρος.
    «Σιωπή ρε εσού. Ό,τι ακούσεις πάει ο νους σου στο κακό. Είσαι τέλεια ματαιόδοξος», απάντησε ο Πανίκκος, φίλος του, συνάδελφός του. Πιο κοντά του ακόμα τζαι που την γεναίκαν του.
    «Απαισιόδοξος…», είπεν ο Πέτρος.
    «Τι απαισιόδοξος;», απάντησεν ο Πανίκκος.
    «Η λέξη που ήθελες να πεις εν απαισιόδοξος. Μα είσαι τέλεια αχάπαρος ώρες-ώρες. Άνοιξε κανέναν βιβλίο», απάντησε πίσω ο Πέτρος, νευριασμένα, λλίο πριν χτυπήσει την πόρτα του γραφείου.
    Εκάθουνταν δίπλα-δίπλα στες πολυτελείς καρέκλες συνεδριάσεων του διευθυντή, περιμένοντας την ανακοίνωση. Ο Πανίκκος, όσο επέρναν η ώρα, τόσο παραπάνω έχτερνε τες παρανυχίδες του που την αγωνία. Ενώ ο Πέτρος έβλεπέν τον συνέχεια, με ύφος που έκρουζε χαρτιά. «Είχα δίκαιο!», ελάλεν του. «Ξέρω το ότι είσιες δίκαιο», ελάλεν με τη σειράν του ο Πανίκκος.
    «Πανίκκο, Πέτρο. Είσαστεν μαζί μας 15 χρόνια. Η εταιρεία όμως δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει δύο υδραυλικούς», εσήκωσεν το βλέμμα τζαι επροσπάθησεν να δείξει λυπημένος.
    «Επροσπάθησα πολλά να έβρω λύσεις. Έχω να σας προτείνω δύο επιλογές», εσυνέχισε.
    «Επιλογές…», είπε ο Πέτρος.
    «Κρύψε να ακούσουμε ρε!», είπε ο Πανίκκος τζαι έσπρωξε με το πόδιν του την καρέκλα του φίλου του.
    «Είτε θα θκιώξω τον έναν τζαι να κρατήσω τον άλλο είτε θα σας κρατήσω τζαι τους θκυο υπό όρους», εσήκωσεν το βάρος του κορμιού του με τα σιέρκα τζαι έκατσε πάνω στο γραφείον του. Εσυνέχισε: «Θα σας κρατήσω τζαι τους θκυο, αλλά θα δηλώσουμε ότι απέλυσά σας. Θα πιάννετε κανονικά το ανεργειακό σας, θα σας μειώσω βέβαια τους μισθούς τζαι θα σας τηλεφωνώ όποτε έσιει δουλειά να έρκεστε μέσα να δουλεύκετε εναλλάξ». Εσούρωσε τα μάθκια του. «Πώς σας ακούεται;».
    «Μάστρε, σκοτώνεις μας», είπε ο Πανίκκος.
    «Τίποτε εν σας κάμνω, Πανίκκο. Με τα ριάλλια που σας διώ πιάννω πέντε Ρουμάνους με τα μισά σας χρόνια τζαι κάμνω την δουλειά μου», υποστήριξε ο μάστρος.
    «Δουλειά ποιος να σε πιάει στα σαρανταπέντε; Άμα το μόνο που ξέρεις είναι να αλλάσσεις σωλήνες».
    «Εντάξει, μάστρε», απαντήσαν τζαι οι θκυο σχεδόν ταυτόχρονα. «Να μείνουμε τζαι οι θκυο τζαι όποτε μας χρειαστείς, τηλεφωνάς».
    «Ωραία», είπε ο μάστρος τους. «Πίσω στη δουλειά».

  • Δουλειά

    Eμπήκε στο δωμάτιο συνεδριάσεων λλίο μετά ‘που τζ’είνον. Έκλεισεν την πόρτα πίσω του τζ’αι η αύρα εμύρισε Cool Water τζ’αι τσιγάρα. «Έχω την τζ’αι εγώ τούτην την κολόνια» εσκέφτηκεν τζ’αι ένιωσε μιαν περίεργη σύνδεση με τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού. Έστω τζ’αι αν στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τους εχώριζε μια θάλασσα καταστάσεων τζ’αι ευθυνών.
    «Θέλεις καφέ;» είπεν του πριν να κάτσει. «Να πω της Βέρας να σου φέρει».
    «Ευχαριστώ, Βασίλη, μόλις ήπια στο γραφείο μου», απάντησε χαμογελώντας.
    Ο Βασίλης έκατσε απέναντί του, στο τεράστιο γραφείο συνεδριάσεων. Έφκαλεν ‘που την τσέπη του το πορτοφόλι του τζ’αι έβαλέν το στην δεξιάν του πλευρά, μαζί με το τεράστιο τηλέφωνό του. «Ξέρεις για ποιο λόγο είμαστε δαμαί», είπε στον Κώστα καθώς επροσπαθούσε να ανάψει το λάπτοπ του τζ’αι να ενώσει ποντίκια, πρίζες και τα λοιπά.
    «Ξέρω, είπεν μου ο υπεύθυνος του τμήματος», απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία τζ’αι την ανυπομονησία του. Το στομάσ’ιν του έμοιαζε άδειο, γεμάτο με αέρα, τζ’αι μια τουρπίνα ανακάτωννεν τα σωθικά του. «Έτσι πρέπει να νιώθουν οι φούσκες των μωρών, άμα τες γεμώνουν ήλιον στα παναΰρκα», εσκέφτηκε.
    «Να ξεκινήσουμε Κώστα μου», είπε δυνατά τζ’αι αποφασιστικά ο Βασίλης. Ένωσε τα χέρια του, σαν ένα τρίγωνο σταντ, μπροστά ‘που την οθόνη του λάπτοπ. Σιωπή στο δωμάτιο. Θκυο αναπνοές.
    «Αγαπάς την δουλειά σου;» ρώτησε ο Βασίλης τζ’αι εκούμπησε πίσω.
    «Αγαπώ την δουλειά μου!» απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Τζ’αι εσυνέχισεν αμέσως: «Νομίζω εν μπορούν να το πουν πολλοί τούτο, αλλά τούτο που κάμνω έν’ τούτον που ονειρεύκουμουν να κάμνω ‘που τον τζ’αιρόν που ήμουν μιτσής». Έκαμεν μια παύση, εχαμογέλασεν, εγύρευκε λέξεις.
    «Όντως εν το λαλούν πολλοί τούτο, ρε Κώστα. Μάλιστα, πολλοί απαντούν τούτην την ερώτηση με ερώτηση. Νομίζω είσαι ο πρώτος που είσ’ες την απάντηση πά’ στην μούττη της γλώσσας σου»
    «Βασίλη. Αγαπώ τούτον που κάμνω. Έντζ’ε σημαίνει ότι αρέσκει μου η δουλειά όμως», είπεν ο Κώστας.
    Ο διευθυντής έμεινε σιωπηλός για κάποια δευτερόλεπτα. Κάτι εσημείωσε σε μιαν κόλλα χαρτί τζ’αι ερώτησε: «Δηλαδή;»
    «Δηλαδή, εν μου αρέσκει το πώς δουλεύκουμε σήμερα. Νιώθω ότι εν υπάρχουν μέρες. Ότι η ζωή μας έν’ μια μέρα που εν τελειώνει ποττέ, με κάποιες διακοπές τα σαββατοκυρίακα. Τούτη η πίεση, το άγχος, η βιασύνη, ρουφά μου ούλλην την ευχαρίστηση που πιάννω που τούτον που κάμνω».
    «Έντζ’ε έσ’ει δουλειάν εύκολη, ρε Κώστα. Ούλλες οι δουλειές έχουν τες απαιτήσεις τους. Η ζωή έν’ γλήορη, έν’ δύσκολη, αν δεν μπορείς να προλάβεις, κόφκεις πίσω τζ’αι πατούν σε οι υπόλοιποι».
    Ο Κώστας έσπρωξε την καρέκλα του πίσω. Έβαλεν τα σ’έρκα στις τσέπες τζ’αι έκλεισε τα μάτια του.
    «Ρε φίλε. Σοβαρεύτου. Έσ’εις μωρά!» είπεν ο Βασίλης. Άνοιξε τα μάτια του ο Κώστας. Εμείναν να θωρούν έντονα ο ένας τον άλλον για κάποια δευτερόλεπτα. «Εσύ, ρε Βασίλη, αγαπάς τη δουλειά σου;» ερώτησεν ο Κώστας τζ’αι έκατσεν πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του