Author: Joshoua

  • Ο σουτζιούκκος

    Ετέλειωσεν το άπλωμα των σεντονιών τζαι έκατσε, σε μια πλαστική καρέκλα. Εποφύσησε με ανακούφιση τζαι έβαλε τον σταυρό της. «Δοξάζω τον πλάστη μου» είπε. «Που με αξιώνει τζαι κάμνω δουλειές ακόμα.»

    Η Χαρίκλεια σηκώνεται με το πρώτο φως, τρώει ένα βούκκο ψουμί, λλίο χαλλούμι τζαι αρκέφκει δουλειές. Πότε εννα πλύννει τζαι να απλώσει ρούχα, πότε εννα σαρίσει τες αυλάες, άλλες μέρες εννα ποτίσει τα φκιόρα τζαι κάθε Παρασκευή σκουπίζει τζαι σφουγγαρίζει.

    Η κούραση τζαι η ταλαιπωρία εν φανερά στο πρόσωπο της. Η φτώσια, τα μαράζια, τα τριάντα σχεδόν χρόνια που εσφόγγαν σκάλες τζαι πατώματα στα σπίθκια τα ξένα αφήκαν πάνω της μούζη τζαι μια μόνιμη κούραση. Γελά λλίο, σάννα τζαι τα σιείλη της εν εμάθαν τούτη την κίνηση τζαι προσπαθούν αμήχανα, δύσκολα, να το κάμουν άμα χρειαστεί. Μιλά ακόμα πιο λλίο τζαι τρώει ελάχιστα. Ποταμοί οι ρυτίδες στα μάγουλα της, τζαι τα μαλλιά άσπρα σαν το σιόνι.

    Πριν να προλάβει να πνάσει λλίο, ενεφάνηκεν ένα άντρας πας την καντζιελλόπορτα.

    «Γεια σου γιαγιά.» είπεν της. «Καλώς τον», απάντησε η γιαγιά τζαι εσηκώθηκε να του κοντέψει, για να ακούει καλύτερα.

    «Ήντα κάμνεις γιαγιά, είσαι καλά;»

    «Καλά γιέ μου, δόξα σόι ο θεός» απάντησε

    Ο άντρας εκούμπησε στην καντζιελλόπορτα τζαι ετέντωσε το κορμί του να δει μέσα στο σπίτι. Έσουσεν την κκελλέ του όπως τον κουρκουτά τζαι είπεν της «Μα είσαι μόνη σου γιαγιά δαμέ;»

    «Μόνη μου είμαι ναι.» τζαι πριν προλάβει να τελειώσει την κουβέντα, ο άντρας λαλεί της «Έπεψε με ο γαμπρός σου γιαγιά. Επαράγγειλε μου σιουτζιούκκο τζαι έφερα τον. Πρέπει μόνο να με πιερώσεις 30 Ευρώ τζαι εννα σου τον αφήκω εσένα να του τον δώκεις». Έφκαλε μια σακούλα νάιλον με κάτι τυλιμένα μέσα τζαι εκρέμμασεν την πάνω στο καντζέλλι.

    «Τώρα να πιάσω τον γαμπρό μου τηλέφωνο.» είπε η γιαγιά «να τον αρωτήσω»

    «Μεν τον πιάσεις τζαι είμαστε εξηγημένοι λαλώ σου. Είπεν μου να ρέξω να σου τον αφήκω τζαι να με πιερώσεις» εκούντησεν την πόρτα του καντζιελλιού τζαι έκαμε να δώκει μες την αυλή της.

    «Πόμεινε να σου τα φέρω» είπε του τζαι εκούντησε την πόρτα πίσω.

    Εμπήκε μέσα στο σπίτι τζαι εφκήκε βιαστική. «Έλα τα ρυάλλια σου τζαι πάνε στο καλό»

    Την νύχτα που ήρτεν έσσω ο γαμπρός της που την δουλειά, είπε του τι εσυνέβηκε.

    «Εγέλασε σου Χαρίκλεια τούτος. Εν έπεψα κανέναν εγώ να σου φέρει σιουτζιούκκο.»

    «Εγέλασε μου, γιε μου. Εκατάλαβα το.» είπεν η Χαρίκλεια την ώρα που εδοκίμαζε ένα κομμάτι που τον σιουτζιούκκο «Που να τον δώ Χατζή να τον δώ. Τούτος ο σιουτζιούκκος εν χαλασμένος!»

  • Τα πρωινά

    Το ξυπνητήρι, εχτύπησε πρώτη φορά η ώρα 7:30. Άνοιξε τα μάτια του αγχωμένος τζαι άπλωσε το σίερι του να έβρει το σνούζ  για να το σβήσει. Εγύρισε δίπλα στην γυναίκα του. Ευτυχώς εν την εξύπνησε.

    Ενώ τζείνος προτιμά να ξυπνά νωρίς, η Κωνσταντίνα προτιμά να τζοιμάται ως την τελευταία στιγμή. Επίσης, μισεί θανάσιμα τα ξυπνητήρια.

    Συχνά λαλεί του:

    «Κανονικά τα ξυπνητήρια, έπρεπε να έχουν μόνο όμορφους ήχους, ήρεμους τζαι διεγερτικούς. Γιατί οι εταιρείες που κάμνουν ξυπνητήρια εν με την ιδέα ότι πρέπει να σου σηκώσουν τα νεύρα σου για να ξυπνήσεις;»

    «Για τον ίδιο λόγο που τα πρωινά δεν είναι όπως τες διαφημίσεις. Εν σηκώνεσαι λλίο πριν το μεσημέρι με τον ήλιο να πλημυρίζει το δωμάτιο, ούτε φορείς άσπρο πουκάμισο ως τα γόνατα τζαι ο μοναδικός ήχος που ακούεις το πρωί, σίουρα εννεν τα κύμματα που διαλύονται πάνω στους βράχους.»

    Ετράβησε το τζίν που ήταν πεταμένο στην καρέκλα που το προηγούμενο απόγευμα. Έπιασε μια καθαρή φανέλλα που το αρμάρι. Ανοίγωντας λλίο τα φυλλαράκια, όσσον για να θωρεί τζαι για να μεν ξυπνήσει την Κωνσταντίνα, επρόσεξε την φιγούρα του στον ολόσωμο καθρέφτη της πόρτας. Εμονολόγησε.

    «Να υπήρχε κανένας τρόπος να εξαφανίσω τούτο το σωσίβιο που την μέση μου. Χωρίς γυμναστική τζαι χωρίς να σταματήσω να τρώω.»

    Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της κόρης του. Όπως κάθε μέρα, τζείνη στην ίδια θέση να στέκεται κρατώντας τα κάντζιελλα του κρεβατιού τζαι να τον περιμένει.

    Εσήκωσε την στην αγκαλιά του τζαι τζείνη εκούρρωσε το πρόσωπο της στον ώμο του. Για κάποιες στιγμές κάθε πρωί, ο χρόνος σταματά για τον Γιώργο, μια ζεστή πετσέτα τυλίει το νού του, την καρδιά του, αφήνει στην πάντα την υπόλοιπη ζωή τζαι χάννεται στα σιέρκα της κόρης του.

    «Μεν μεγαλώσεις», εσκέφτηκε.

    Επήρε το μωρό στο δωμάτιο για να ξυπνήσουν μαζί την Κωνσταντίνα.

    Εξάπλωσε πίσω της τζαι έσφιξε το σώμα της πάνω στο δικό του. Κρύβοντας τα μούτρα του στον κόρφο της ανάπνευσε βαθκιά. «Κέικ τζαι λιακάδα», εσκέφτηκε. Εφίλησε της το λαιμό τζαι εχάιδεψε τα μαλλιά της. Τραβώντας την κοντά του, απελευθέρωσε την αναπνοή του να ταξιδέψει πάνω της, τζαι το κορμί του έσβησε τες άμυνες του, τους φόβους του. «Εν ασφαλισμένα δαμε».

    «Μείνε», είπεν του μισοτζοιμισμένη. «Πρέπει να πάω δουλειά» απάντησε.

    Άνοιξε τα μάτια του. Η κόρη του στην αγκαλιά της μάμας, τζαι οι δύο στην αγκαλιά την δική του.

    «Τα πρωινά τα δικά μας, εν καλύττερα που τες διαφημίσεις» είπε. Έδωσε τους ακόμα ένα φιλί τζαι εσηκώθηκε χαμογελώντας.

  • Το στοισείον

    Την πρώτη φορά που εβρεθήκαμεν, ήρτεν πάνω που το κρεβάτι μου.
    Έππεφτα ανάσκελα, τζιαι ένιωσα κάποιον να αναπνέει που πάνω μου. Όπως άμα σου κοντέφκει κάποιος για να σε φιλήσει τζιαι νιώθεις την κρουστή του αύρα πάνω στα σιείλη σου. Με κλειστά τα μάθκια μου, ένιωσα κάτι σαν στατικό ηλεκτρισμό να περνά που ούλλο μου το κορμί.. Ένιωσα μια παρουσία πάνω μου, που ηλέκτριζε όυλλο μου το σώμα. Κάτι που ανακάτωννε τον χώρο.
    Άνοιξα τα μάθκια μου τζιαι είδα την ομπρός μου.
    Αιωρήτουν που πάνω μου σαν το σύννεφο. Τα μούτρα της μες τα μούτρα μου. Νευριασμένη, με τα μάθκια της γουρλωμένα τζιαι το στόμα της σφιχτά κλειστό. Σιωπητή, εθώρεν με, σάννα τζιει επερίμενε να κάμει κάτι.
    Μόλις εκατάλαβε ότι εξύπνησα, ετύλιξε το κορμί της σε μια μάππα τζιαι επέτασε μακριά μου. Σαν την κουφή που της ανοίξαν το κουτι που την είχαν βαδωμένην, εποτυλήχτικε τζιαι εβρέθηκε στην άλλη μερκά του δωματίου. Εσινιάρισκεν με ώρα όπως φαίνεται τζιαι επερίμενεν με να ξυπνήσω.
    Εκαλάνοιξα τα μάθκια μου τζιαι είδα την καθαρά.
    Εφόρεν σκούρα, κότσιηνα ρούχα τζιαι είσιεν μακριά, γκρίζα μαλλιά. Το φόρεμα της έππεφτεν λούρες, λούρες κάτω ως τα πόθκια της τζιαι ίσιεν διάφορες αποχρώσεις του λιλά. Μια περίεργη λάμψη εκάλυφκεν την παρουσία της. Εν ήταν ακριβώς λάμψη, παραπάνω ήταν οπως το φωσφόρισμα. Γκρίζα, μουντή, φουρτζισμένη. Με τα μαλλιά της τζιαι τα ρούχα της να ανεμίζουν γυρώ της. Εθώρεν με, με νόημα σάννα τζιαι επερίμενε να της συντύχω.
    Ήμουν πολλά φοιτσιασμένος τζιαι ακροβατούσα μεταξύ ονείρου τζιαι πραγματικότητας. Έμπηξα την παουρκά τζιαι ενστικτοδώς έσυρα της ένα μαξιλάρι. Το μαξιλάρι μου φυσικά εκατέληξε στο κενό.
    Έπιασε με η λλιοψυσιά, η καρδία μου εδούλεφκεν υπερωρίες τζαι οι πνεύμονες μου ερουφούσαν οξυγόνο με την συχνότητα κομπρεσόρου. Στο δωμάτιο όμως, απόλυτη ησυχία. Έμεινα να θωρώ γυρώ μου τζιαι να την γυρεύκω.
    «Τώρα να δείς που εν κανένας άγιος», είπε μου μια γνωστή μου. «Έκαμες κανένα τάμα τζιαι εξίασες; Ξέρω ένα παπά, να πάεις να σε ξεμαθκιάσει.»
    Με το στοισειό, εβρεθήκαμε αρκετές φορές που τότε. Πάντα με τες ίδιες έντονες αντιδράσεις.
    Πολλές φορές νιώθω την τζιαμέ γυρώ, στες γωνιές του νού μου, να με περιμένει. Τες νυχτες που σηκώνουμε να τσιακκάρω το μωρό, φοούμαι άμπα τζιαι έβρω την ομπρός μου ή ακόμα σιειρόττερα, πάνω που το κρεβατούι της κόρης μου.
    Εν ξέρω ποια είναι, ούτε τι θέλει. Ίσως να εν αμαρτίες δικές μου, παλιές τζιαι εγινήκαν πλάσμα τζιαι γυρεύκουνται. Φοούμαι, οι δικές μου οι αμαρτίες, να κακαδοικούν το κοπελλούι μου.

  • Οι μουσικοί του δρόμου

    Τζείνο το πρωί, ο τζαιρός έμοιαζε με τα μάθκια ενός μωρού έτοιμου να κλάψει. Γεμάτος με μια γκρίζα λύπη, που σε αναστατώνει επειδή ξέρεις ότι που λεπτό σε λεπτό εννα ξεσπάσει τζαι εν θα ξέρεις πώς εννα αντιδράσεις.

    Εμπήκα σε ένα βαγόνι, έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου τζαι έκατσα να παρακολουθώ τους Εγγλέζους που έμπαιναν τζαι εφκένναν όπως τους λιμπούρους στην φωλιά τους. Εκατέβηκα στο South Kensington, κοντά στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας.

    Ακολούθησα το τούνελ προς το μουσείο τζαι λλίο πριν το τέλος του, μια μπάντα έπαιζε μουσική. Ένας τύπος με κοντραμπάσο, ένας με μια κιθάρα, ένας με τρομπέτα τζαι μια κορού με περίεργα μαλλιά να τραουδά τζαι να παίζει ντέφι.

    Έπαιζαν μια πολλά μαγευτική μουσική. Κάτι χαρούμενες νότες που μόλις τες άκουες ήταν όπως τες ενέσεις γέλιου που επετούσαν που τες χορδές τους τζαι εκαρφώνουνταν πάνω σου. Κάθε φορά που επέρναν το δάκτυλο του μπασίστα που την χορδή, εσηκώνετουν η τρίχα μου τζαι εζεσταίνετουν το πρόσωπο μου που την ευχαρίστηση.

    Η μουσική που έπαιζαν ήταν στα χνάρια με την εισαγωγή του μάππετ σόου. Μια πιο τσιγγάνικο-εναλλακτική έκδοση, αλλά πάλε, έπαιζαν με την ίδια χαρά σάννα τζαι ήταν κούκλες τους θεάτρου.

    Έκατσα απέναντι τους τζαι άκουσα τους για κανένα τέταρτο. Επέταξα θκυο λίρες στην ανοιχτή θήκη της κιθάρας τους τζαι εξεκίνησα τον περίπατο μου. Ένιωθα σάννα τζαι επέρασε ένα πολύχρωμο κύμα που πάνω μου. Ο μαραζωμένος ουρανός εν με έκοφτεν πλέον. Απολάμβανα την περιπέτεια του να είσαι άγνωστος σε μια ξένη χώρα, με ένα αυθόρμητο χαμόγελο στο στόμα.

    Η μουσική, εν φάρμακο, εν αόρατη λύτρωση. Εν ολόκληρα βιβλία, εικόνες, ιστορίες μεταμορφωμένες σε αρπίσματα τζαι συγχορδίες. Μπορεί να σε ανεβάσει στον ουρανό που χαρά τζαι μπορεί να σε τζυλήσει στο χώμα που λύπη. Εν το τι νιώθεις, τι σκέφτεσαι, μέσα που μια γλώσσα κοινή σε ούλλο τον κόσμο. Τον ήχο.

    Οι μουσικοί του δρόμου, εν το σάουντρακ της ζωής μας, της καθημερινότητας μας. Εν η νότα που χρειάζεται η μονότονη, λυπημένη μας μέρα, εν η έξοδος που την ρουτίνα τζαι η γλύκα μέσα στους ήχους της πόλης.

    Έννεν τζιαμέ για τα λεφτά σου. Εν τζιαμέ, πρώτα επειδή γουστάρουν τζαι μετά για να γουστάρεις εσύ. Μετρά το χαμόγελο σου, η καλή σου η κουβέντα τζαι τελευταίο το σελίνι που εννα σύρεις μες το καππέλο για να τους πεις «Ευχαριστώ».

    Έννεν τζείνοι που ζητιανεύκουν που εμάς. Εν εμείς που ζητιανεύκουμε που τζείνους, λλία λεπτά απόδρασης που τες έγνοιες τζαι που την μονότονη ζωούλα μας.

  • Αμστερντάμ

    Επερπατούσα στα σοκάκια κοντά στην Leidseplein. Εσταμάτησα μπροστά που ένα κατάστημα με σουβενίρ τζαι εχάζευκα τον κόσμο που επερνούσε. Όπως τον παππού μου που άπλωννεν την αναπαυτική του στο παγκέττο του δρόμου τζαι εξάπλωνε να κόψει κίνηση. Νιώθω, ότι αιωρούμαι έξω που το κύκλωμα τζείνη την ώρα τζαι ότι ο κόσμος εν έργο που αλλάσει χρώματα τζαι σκηνές, τζαι εγώ θεατής.

    Λλίο πριν να σουρουππώσει, έπιασα το ποδηλατούι μου τζαι εξεκίνησα να πάω πίσω.

    Πάρκα τεράστια τζαι μουσεία, κόσμο να κάθεται τζαι να ποσκολιέται, να παίζει μάππα, να καπνίζει, να τρώει ή απλά σκοτώνει την ώρα του. Δέντρα, τζαι γρασίδια, κτήρια παλιά που τα διατηρούν αλλά τζαι αγάλματα, εκθέσεις, πλατείες με ονόματα ζωγράφων τζαι μουσικών.

    Ενώ υπάρχουν αυτοκίνητα, ο κόσμος περπατά ή κυκλοφορεί με ποδήλατα. Υπάρχει σεβασμός για τους πεζούς τζαι τα ποδήλατα, ενώ υπάρχουν πεζοδρόμια, ράμπες για ανάπηρους τζαι βοηθητικά σήματα παντού. Άμα έσιεις σίηλλο δικαιούσαι να τον πάρεις όπου θέλεις, σάννα τζαι εν κοπελλούι σου.

    Εσταμάτησα στην Museumplein τζαι έκατσα χαμέ στο γρασίδι. Έγειρα πίσω τζαι άφηκα τα χόρτα να μου τρυπήσουν το κορμί μου. Είδα τον ουρανό που εδειλίνωννεν τζαι ένιωσα ότι είμαι όπως την πέτρα που έππεσε μέσα σε ένα ωκεανό. Κόσμος έφευκε, κόσμος έρκετουν, εγώ  ακίνητος.

    Εθυμήθηκα που επερπατούσα στο ίδιο πάρκο μια νύχτα πριν χρόνια, με φίλους.

    Τούτη η πόλη αφήννει μου ένα περίεργο συναίσθημα. Νιώθω παράξενα, ήρεμος τζαι συγκεντρωμένος. Νιώθω ότι εν βουρώ να φύω που κάτι, νιώθω ότι είμαι δαμέ. Νιώθω ελεύθερος. Ελεύθερος να γυρίσω τζαι να ανακαλύψω ότι υπάρχουν καινούργια πράματα, να κάτσω χαμέ να γράψω, ελεύθερος να ζήσω την πόλη. Νιώθω ότι η πόλη, αγκαλιάζει με. Στην Κύπρο πνίουμαι.

    Νιώθω ένα εκνευρισμό, συνέχεια. Μια πίεση, ένα νεύρο, ένα βάρος να κάθεται πας τα ζινίσια μου. Νιώθω ότι εν ζω. Νιώθω ότι βουρώ το πρωί να πάω να δουλειά τζαι ότι το δείλης βουρώ να πάω έσσω. Βιάζουμαι τζιόλας, μπαίνω μες το αυτοκίνητο τζαι παίζω πουρούες, ξιτιμάζω, φωνάζω τζαι προσπαθώ να αποφύγω το έξω, όσο παραπάνω μπορώ. Παίρνω παραπάνω ώρες σε μια καρέκλα αυτοκινήτου ή γραφείου, παρά οπουδήποτε αλλού. Τζιαι προτιμώ το παρά να είμαι έξω στον κόσμο.

    Στην Κύπρο, εν θέλω να είμαι έξω που το σπίτι. Στο Άμστερνταμ, εν θέλω να είμαι μέσα στο σπίτι