Author: Joshoua

  • Μαντορίνια

    Εσταμάτησα στο φούρνο, αργά το απόγευμα πριν λλίες μέρες. Όπως εκατέβηκα τζιαι επογύρισα το αυτοκίνητο για να πάω να πιάσω το μωρό που το πίσω κάθισμα, είδα που μακριά να κοντέυκει μια φιγούρα φορτωμένη τσέντες. Εκατάλαβα ότι όποιος τζιαι αν ήταν κάτι έθελε να μου πουλήσει.

    Αμέσως, ενεργοποιήθηκε η Σκρούτζ πλευρά του εαυτού μου. «Ποιος εν τούτος; Τι θέλει τωρά; Πόσα εννα μου ζητήσει;»

    Λαλεί μου, «Κύριε, βοήθα με. Γόρασε μια τσέντα μαντορίνια.». «Εν θέλω φίλε μου» απάντησα ευγενικά τζιαι επροσπάθησα να τον αγνοήσω. Επιμένοντας, έβαλλε μου τες τσέντες μες τα μούτρα. «Βοήθα λλίο κύριε, εν τζιαι εν ακριβά, τρία Ευρώ είναι».

    Συνήθως αποφεύγω να γοράζω πράματα που το δρόμο. Γενικά εν έχω κανένα πρόβλημα να βάλλω λεφτά, εν με πειράζει να δώσω λεφτά σε κάποιον που παίζει μουσική στο δρόμο, έστω τζιαι χάλια. Βάλλει με σε υποψίες να με βουρούν με ανοιχτό το σιέρι τζιαι να θκιακονούν, είτε κρατώντας παραμάσχαλα ένα μωρό είτε μια δήλωση που γιατρό, ότι εν ανίκανοι να δουλέψουν. Προσπαθώ να φιλτράρω τους απατεώνες αλλά εν τζιαι μπορείς να είσαι ποττέ εντελώς σίουρος.

    Ο συγκεκριμένος εφάτσαρε μου περίεργα. Εσκέφτηκα ότι συγκριτικά στην κοινωνία, είμαι σε πολλά καλύτερη θέση που αρκετούς. Έχω δουλειά, τζιαι μια κάποια πολυτέλεια να φέρνω το κοπελλούι μου στο φούρνο για να του γοράσω λιξιό. Τζείνος, για οποιοδήποτε λόγο, κάθετε μες την κρυάδα τζιαι προσπαθεί να πουλήσει θκυο τσέντες μαντορίνια.

    Φκάλλω τέσσερα Ευρώ τζιαι θκιώ του. Λαλεί μου «Έ, κύριε θέλω άλλο θκυό Ευρώ». Λαλώ του, «Αφού είπες μου τρία Ευρώ πριν λλίο». «Τρία Ευρώ το κιλό!», λαλεί μου. Θωρώ την σακκούλα, θωρώ τον τζιαι τζείνο, σκέφτουμαι «Τωρά τούτος νομίζει ότι αχάπαρος;» η σακκούλα πρέπει να εζύγιζε ένα κιλό, με το ζόρι.

    Διώ του ακόμα πέντε Ευρώ. Θωρώ τον που τα πουντζιάζει τζιαι κάμνει να φύει. «Έ, μάστρε. Θέλω ρέστα» φωνάζω του. Λαλεί μου, «Τωρά κάμνεις έτσι για ένα ευρώ;». «Κουμπάρε δώσμου θκυο Ευρώ πίσω τζιαι λάμνε στο καλό» είπα του.

    Εν τον εκάνε που επήε να μου γελάσει, ενευρίασε τζιόλας τζιαι έσυρε μου το δύευρω μες το σιέρι σάννα τζιαι έφταια εγώ που εν τα εκατάφερε. «Τέλοσπαντων» είπα «εφτά ευρώ, με είχα τα, με έχασα τα. Εννα σφίξω ένα ποτήρι χυμό του μωρού να πάει πάσα κακό».

    Πάω έσσω τζιαι αννοίω την τσέντα να δω τι μου εκόττησε ο παρέας. Η τσέντα είσιεν μέσα έξι μαντορίνια ούλλα τζι ούλλα, τζιαι τζείνα σαχνιασμένα. Έβαλα τα μες τον κάλαθο όπως ήταν με την τσέντα τζιαι εμαράζωσα που ως τζιαι τούτες οι συναλλαγές, εκαταντήσαν άτιμες.

  • Οι Φύκοι

    Ήμουν μες το αυτοκίνητο, στα φώτα κοντά στο αλουμίνουμ τάουερ στην Λευκωσία. Ήταν αργά το απόγευμα, εσχόλανα τζαι επήαιννα να πιάσω την κόρη μου. Η κίνηση τζείνες τες ώρες είναι εξαντλητική. Ψυχολογικά γίνεσαι πατσιαούρι. Είσαι φορτωμένος ούλλη την κούραση της ημέρας, Το μόνο που θέλεις να κάμεις είναι πάεις έσσω σου να πνάσεις, τζαι αντί τούτου είσαι βαωμένος μέσα σε τέσσερεις λαμαρίνες τζαι περιμένεις να έρτει η σειρά σου.

    Περιμένοντας στην γραμμή λοιπόν τζαι λλίο πριν φτάσω στα όρια να κλαμουριστώ που την αγανάκτηση μου, επρόσεξα τους φίκους που εν φυτεμένοι στα πεζοδρόμια της περιοχής. Εθυμούμουν τους πιο χαμηλούς τζαι αντιλήφθηκα ότι είσιεν χρόνια να περιεργαστώ τον περίγυρο της συγκεκριμένης περιοχή.

    Ο νους μου άρκεψε να γεννά τζαι οι σκέψεις μου αρκέψαν να νεκατώνουνται με τα συναισθήματα μου. Σε μια πιο παλιά περίοδο της ζωής μου, εν με ενδιέφερε η κίνηση του δρόμου. Ήμουν περπατητός, στην ίδια περιοχή. Oι φίκοι, ήταν πολλά πιο χαμηλοί. Θυμούμαι τους, επειδή το σιειμώνα, χαρακτηριστική μυρωθκιά τζαι όποτε επερνούσα που κάτω, εκαταρκούμουν τους.

    Κάπου στην πορεία της ζωής, εξέχασα τους, εσταμάτησα να περνώ που τζιαμέ τζαι εσταμάτησα τζαι να ασχολούμαι με την απαίσια τους μυρωθκιά. Αγνοώντας με εσυνεχίσαν να μεγαλώνουν ανέμελοι στην πλευρά του δρόμου. Τζαι σήμερα, θωρώντας τους θεόρατους τζειπάνω καταλαβαίνω πόσος τζαιρός επέρασε.

    Εκατάλαβα ότι τίποτε δεν είναι ακίνητο, έστω τζαι αν το νιώθουμε έτσι. Ούλλα κινούνται, είτε μας αρέσκει είτε όχι. Ούλλα προχωρούν είτε μαζί μας, είτε χωρίς εμάς. Ίσως να μεν μπορούμε να δούμε την ζωή που τζυλά, αλλά άμα αφήκουμε κάτι, για χρόνια ξεχασμένο, όταν το ξαναδούμε εννα έσιει αλλάξει.. Εφοίτσιασε με τούτη η αποκάλυψη. Τούτη η συνειδητοποίηση, ότι εξεχάστηκα ενώ ο κόσμος προχωρά. ‘Ήμουν πάντα με την ιδέα ότι ο κόσμος εννα με περιμένει.

    Σάννα τζαι η ζωή εν ένας ποταμός που σιωνόννεται χωρίς σταματημό, ερμητικός, ασυγκράτητος. Τζαι εγώ, κλεισμένος μέσα σε ένα κουτί επιπλέω τζαι κάθε καμπόσο τζαιρό φκάλλω την κκελλέ μου έξω τζαι θωρώ ότι είμαι σε άλλο σημείο του ποταμού. Αδύναμος να σταματήσω την ροή, ξανακλείουμε μέσα τζαι συνεχίζω να αγνοώ τον ποταμό που με κολοσύρνει μαζί του.

    Όπως το αυτοκίνητο μες την κίνηση, περιμένω την σειρά μου μες την ζωή. Τζαι αγανακτώ μέρα με τη μέρα, που εν προχωρά η ζωή να φτάσω στον προορισμό μου. Χωρίς να σκέφτουμαι, να καταλαβαίνω, γιατί βιάζουμε; Χωρίς να κατανοώ ακριβώς ποιος εν ο προορισμός μου. Ίσως να πρέπει να κατεβώ που το αυτοκίνητο τζαι να αρκέψω να περπατώ ξανά.

  • Tabula Rasa

    Νιώθω ότι ερουφήσαν το οξυγόνο που την ατμόσφαιρα. Επνίξαν μας. Όπως τους ποντικούς μες τα κλουφκιά, παίρνουμε φόρα τζαι φακκούμε που το ένα καντζέλλι στο άλλο προσπαθώντας να γλυτώσουμε, να δραπετεύσουμε. Τζαι τούτοι εν έξω που το κλουβί τζαι φωνάζουν μας, αγχώνουν μας, θυμίζουν μας ότι είμαστε φυλακισμένοι.

    «Εννα δυσκολέψουν τα πράματα»

    «Θα έρτουν τραγικές μέρες»

    «Η Κύπρος θα περάσει την σιειρόττερη περίοδο της μετά το ‘74»

    «Θα υπάρξουν θλιβερές συνέπειες»

    Νομίζουν ότι εν το ξέρουμε. Φκέννουν στα ράδια τζαι στες τηλεοράσεις τζαι λαλούν μας το συνέχεια. Τάχα, μπορούν τζαι σιειρόττερα που όπως τα εκάμαν τωρά. Τάχα τα βάσανα μας μαζί τους εν πίσω.

    Μιαν εβδομάδα επεριπαίζαν μας. Επέρναν μας στην βρύση τζαι εφέρναν μας άποτους. Όι εννα έρτουν οι Ρώσοι, όι εννα έρτουν οι Αμερικάνοι, όι εννα πουλήσουμε κάζια, όι εννα δώκουμε βάσεις. Τζαι εμείς, ομπρός που τες τηλεοράσεις τζαι τα ίττερνετ, επεριμέναμε όπως τους φιλάθλους στην κερκίδα, να μπει το γκολ τζαι να καυλιάσουμε την Μέρκελ.

    Τελικά εν έγινε τίποτε που ότι μας ετάξαν. Οι κοτζιάκαρες εμείναν με τα βιβλία του Παίσιου που λαλούν ότι εννα έρτει η ξανθή φυλή να μας γλυτώσει τζαι οι υπόλοιποι εμείναμε σιωπητοί, αμήχανοι όπως τους σεισμόπληκτους να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έδωκε πάνω μας.

    Ο κάθε λαός αξίζει τους ηγέτες του. Τζαι εμείς αξίζουμε τούτους τους αχάπαρους, επειδή είμαστε αδιάφοροι. Όποτε υπάρξει πρόβλημα, αθθυμούμαστε ότι έχουμε νου τζαι πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε τζαι γινούμαστε χρηματιστές, κτηματομεσίτες, επιστήμονες του φυσικού αερίου τζαι οικονομολόγοι.

    Αφήκαμε την χώρα στα σιέρκα των ανεύθυνων πολιτικών τζαι τζείνοι με την σειρά τους, αφήκαν τα ούλλα στον αυτόματο πιλότο. Ώσπου τζαι μια μέρα εχάλασε το σύστημα τζαι κανένας εν ήξερε να οδηγήσει. Τωρά που εδώκαμε κάτω που τον γκρεμό, ποιος φταίει;

    Λλίο, πολλά φταίμε ούλλοι. Τωρά τι;

    Τζείνο που χρειάζεται ο τόπος, έννεν κάποιο να μας λαλεί συνέχεια ότι τα πράματα εννα σιειροττερέψουν τζαι ότι εννα περάσουμε δύσκολα. Εκαταλάβαμε το. Τουλάχιστον υποψιαστήκαμε το.

    Ας φκεί τζαι ένα πλάσμα να πει. «Ξέρετε κοπέλλια, εκάμαμε τα σιόνι. Εννα δυσκολευτούμε αλλά εννα τα καταφέρουμε. Υπομονή, εννα δουλέψουμε για καλύτερες μέρες». Εν τούτο που μας λείπει. Τζαι ας ακούεται κοινότυπο, παράλογο, γλυκανάλατο.

    Εστερήσαν μας τόσα πράματα. Την ειρήνη, την ευημερία. Να μεν τους αφήκουμε να μας στερήσουν τζαι την ελπίδα.

    ¨Εχουμεν υποχρέωση στες γενιές που έρκουνται, να σηκωθούμε τζαι να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο που τζείνο που εκληρονομήσαμε. Επληγωθήκαμε αλλά εννα σηκωθούμε τζαι να τα καταφέρουμε ξανά. Τζαι στον κ…ο τους ρεπάνι τζαι τους Ευρωπαίους τζαι τους πολιτικούς. Μια χώρα, μια κοινωνία, tabula rasa.

  • Rewind

    O αέρας που το παράθυρο, έκρουζε. Σάννα τζαι ένα τεράστιο στόμα άνοιξε διάπλατα, τζαι το χνώτο του, βραστό τζαι υγρό έλουννε τον κόσμο. Οδηγούσε, στο δρόμο πίσω που τον συνοικισμό της Παλλουριώτισσας. Νύχτα, καλοτζιαίρι. Η ατμόσφαιρα, εκνευριστικά σταλωμένη με την υγρασία να τρυπώνει σε κάθε χαραμαθκιά.

    Άνοιξε το κασετόφωνο τζαι επάτησε το rewind. Εφάνηκε ότι εν μια διαδικασία που έκαμνε κάθε φορά που άννοιε το ράδιο, λογικά για να ακούσει το πρώτο τραούδι της κασέτας. Στην πρώτη νότα, άφηκε να φκεί που το στήθος της ένας αναστεναγμός. Με το αριστερό της χέρι ετράβησε τα μαλλιά της πίσω προσπαθώντας να δροσίσει λλίο το ιδρωμένο της μέτωπο.

    Κάπως παράφωνα, έκαμνεν απόπειρες να πατήσει πάνω στες νότες των Πυξ-Λαξ. Στο ρεφραίν, εφούντωσε την φωνή της. Με το μυαλό της γεμάτο αναμνήσεις τζαι το στόμα της γεμάτο πίκρα τζαι απογοήτευση ετραγουδούσε «..μια ζωή τα ίδια λόγια, να μου λένε..έχω βαρεθεί τον κόσμο..κι όλα μου φταίνε»

    Τζείνος στην θέση του συνοδηγού. Προβληματισμένος, επροσπαθούσε να συλλάβει το πλαίσιο, την κατάσταση που εβίωνε τζείνη την ώρα. Μια κατάσταση κοινότυπη, άγευστη, παρωχημένη, φτιαχτή. Μάλλον σκοπό είσιε να τον κάμει να νιώσει συμπόνια ίσως τζαι τύψεις για προηγούμενες του αντιδράσεις.

    Επνίετουν, όπως τον ποντικό μες την κάσια. Έπρεπε να αντιδράσει, σε τούτο το καλοστημένο μελόδραμα. «Το κομμάτι εν κομμένο στα μέτρα της Χαρούλας» είπε, θέλοντας να υποβιβάσει την όχι τζαι τόσο άσχημη μετεγγραφή.

    Αγνοώντας τον, εξαναπάτησε το rewind τζαι για ακόμα μια φορά έβαλε το κομμάτι να παίζει.

    Εχάζεψε λλίο τα σπίθκια, τες γειτονιές τζαι εκόντεψε στο παράθυρο. Ο ζεστός αέρα εστέγνωννε τον κόρφο του. Ήθελε η νύχτα να πάρει ένα πιο λογικό μονοπάτι. Εφάκκαν το πόδι του, νευρικά στο χαλάκι κάτω που το κάθισμα τζαι το μυαλό του εσαμπλάρισκε λόγια τζαι σκηνές, καταστρώνοντας την επόμενη αντίδραση.

    «Το τραγούδι εκφράζει με. Όποιος τζαι να το τραουδά.» είπε του. Σάννα τζαι κομμάτι, κομμάτι της νύχτας, επροσπαθούσε να τον κουμαντάρει, να τον ρεγουλάρει.

    «Τι σε εκφράζει;» απάντησε ειρωνικά «Η ζωή μες τους δρόμους οξά η ζωή με τους παρανόμους τζαι τους ξενύχτες; Έτο έσιει σχεδόν μιαν ώρα που με κουλιαντιρίζεις μες το αυτοκίνητο σου. Άχχα, βάχχα με τους χλιμίντζουρες. Ούτε αλήτης, ούτε παράνομος είμαι.»

    «Ήντα με θωρείς. Εν τούτο που θέλεις να μου δείξεις; Ότι τάχα έρκεσε που ένα κόσμο αντεργκράουντ; Τάχα εγώ εμεγάλωσα με τα Γαλλικά τζαι τα πιάνα τζαι εν μπορώ να σε καταλάβω;»

    Εκοιταχτήκαν για λλίο αμήχανα τζαι νευριασμένα. Για μερικά κλάσματα τζείνος ένιωσε ότι αποδόμησε τον παραλογισμό της νύχτας. Τζείνη άπλωσε το σιέρι της τζαι επάτησε το rewind.

  • Η Λένια

    «Τούτα τα φαινόμενα του ρατσισμού τζαι του ακραίου εθνικισμού, εμφανίζουνται μέσα που την αστάθεια τζαι την αβεβαιότητα. Άμα υπάρχει κάποιο πρόβλημα, βρέθουνται τούτοι οι τύποι με τες στρατιωτικές παρατάξεις, που υποστηρίζουν ότι η αιτία των προβλημάτων μας εν οι ξένοι.»

    Ο Γιώργος άκουε με ενδιαφέρον τον συνάδελφο του. Έγειρε πίσω στην καρέκλα του τζαι έπιασε την σκυτάλη της συνομιλίας. «Φίλε, τούτοι γονατούν πας τον εκνευρισμό τζαι την απελπισία του κόσμου. Δείχνουν εύκολους στόχους τζαι στρέφουν την προσοχή των απλών ανθρώπων μακριά που την πραγματικότητα. Φταιν τους μετανάστες τζαι όχι τους τραπεζίτες τζαι τους πολιτικούς που τρων τόσα χρόνια που το πλευρό μας. Εγώ νομίζω ότι τους πολιτικούς βολεύκει τους η κατάσταση. Βοηθά στο να στρέφουνται τα μάθκια μακριά που τζείνους. Ο λόγος που ήρταμε ως δαμέ, έννεν οι μετανάστες.»

    Στην συζήτηση, επενέβηκε η Λένια. «Εν τούτοι οι βρωμοξένοι που φταιν τζαι κανένας άλλος! Εγώ έχω ένα ανιψιό, που έσιει θκυό μωρά. Εθκιώξαν τον που την δουλειά, τζαι επίαν χτίστες που την Συρία. Εκόψαν τζαι τα επιδόματα. Τωρά που εννα πάει να σταθεί ο άνθρωπος; Πως εννα αναγιώσει τα κοπελλούθκια του;». Σαστισμένος, ο Γιώργος εγύρισε πάνω της τζαι ερώτησε την «Τζαι ποιος εν που φταίει, Λένια για τούτη τη κατάσταση;»

    Η Λένια εσυκώθηκε πάνω. Τα μμάθκια εγινήκαν θκυο κομμάθκια γυαλί τζαι οι βούτζιες της εκοτζινήσαν όπως τα σίδερα άμα βράζουν. Ανέμισε το σιέρι της τζαι εφώναξε. «Εν τούτη η κυβέρνηση που φταίει, που μας εγέμωσε Τούρκους τζαι αλλοδαπούς  τζαι λαθρομετανάστες τζαι πολιτικούς πρόσφυγες. Τζαι εμάς τους Έλληνες άφηκε μας τζαι πεινούμε. Χωρίς στον ήλιο μοίρα.». Εσυνέχισε το λογύδριο της αυξάνοντας την ένταση. Όσο εσιωπούσεν ο Γιώργος, τόσο ένωθε ότι μια αόρατη δύναμη εδίαν της δίκαιο τζαι τόσο παραπάνω εφώναζε. Ένας ποταμός, λέξεων που το μόνο που εξεχώριζε ήταν ξιτιμασιές, κατάρες τζαι σιήλιες φορές ειπωμένα στερεότυπα.

    Όπως εμίλαν ο Γιώργος εσυκώθηκε τζαι επήε μες τα μούτρα της. «Κυρία Λένια, τούτη η συζήτηση προσβάλλει με. Ο τζίηρης μου εμένα, ήταν χρόνια μετανάστης.». Ξαφνιασμένη, η Λένια, λαλεί του «Που ήταν μετανάστης ο τζιήρης σου;», λαλεί της, «Στην Σαουδική, στην Λιβύη, στην Νιγηρία. Όπου είσιεν δουλειά μετα το ’74 επήεν. Εκουβάλαν τζαι γενέκα τζαι κοπελλούθκια μαζί.»

    Η Λένια άνοιξε το στόμα της, λόγια όμως εν είσιεν να πει. Σάννα τζαι κάποιος επάτησε το mute. Εμετάνωσε τζαι χωρίς να μπορεί να χειριστεί την κατάσταση, έκατσε στην καρέκλα της τζαι εξεκίνησε να πληκτρολογά. Σάννα τζαι εν εσυνέβηκε τίποτε. Ο Γιώργος εθυμήθηκε ένα τοίχο που έγραφε «Οι παππούες μας πρόσφυγες, οι γονιοί μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές».