08
Ιούλ 14

Ο καυκάς

Πριν λλίες μέρες ετσακκώθηκα με την κόρη μου. Όσο νόημα τζαι αν κάμνει το να τσακωθείς με ένα μωρό 3 χρονών, εγώ έκαμα το.
Εστέκετουν πάνω στο σκαμνάκι της μπροστά στον νιπτήρα. Ανέβασα της τα μανίτζια της τζαι κρατώντας το πρόσωπο της με το ένα μου σιέρι, με το άλλο εγέμωσα μια χούφτα νερό τζαι ένιψα την. Άρκεψεν την μουρμούρα.
«Εν μου αρέσκει να με νίφκεις», «Όχι, όχι άλλο νερό», «Φύε. Μάμμα, μάμμα!»
Στα πολλά, άρρωσα της. «Ρέα σταμάτα την γκρίνια. Εν μεγάλη αταξία. Εν γκρινιάζουμε το πρωί, πρέπει να ετοιμαστούμε να πάμε σχολείο». Στη συνέχεια άρκεψα τα κλασικά ψέματα.
Λευκά ψέματα που εν κάμνουν λογική, αλλά για κάποιο λόγο, όλοι οι γονείς ανεξαρτήτως εποχής, ταΐζουν στα μωρά τους για να τα πείσουν να κάμουν όπως τα διατάσσουν. «Εννά αρκέψει μάθημα η δασκάλα τζαι εν θα σε βάλει στην τάξη», «Εννα μας πιαν τη θέση τα άλλα τα παιδάκια» και ούτω καθεξής.
Μάταια όμως. Η Άντρεα Κυριάκου εσηκώθηκε κουρτισμένη τζείνη τη μέρα. Εν έθελε την οδοντόκρεμα με γεύση γατάκι τζαι επέμενε να της βάλω που την άλλη που έσιει γεύση κροκόδειλο. Η άλλη με την γεύση κροκόδειλος τελικά εν της άρεσκε τζαι έθελε την φράουλα. Εν άνοιξα το νερό της βρύσης, με την ίδια ακριβώς πίεση όπως τες υπόλοιπες μέρες. Εν εκρέμμασα καλά την πετσέττα της στην κρεμμάστρα. Γενικά διάφορες δικαιολογίες για να πιάσει την προσοχή μου. Έστω τζαι την αρνητική μου προσοχή.
Κλάμα στο κλάμα, θυμό στο θυμό, μετά που καμπόσα σκουπίσματα της μύξας τζαι των μαθκιών της που ετρέχαν ποταμός, εκατάφερε τζαι έφτασε με στα όρια της υπομονής μου.
Όπως εκράταν την πετσέττα τζαι εμουγκάριζε όπως τον βου που τον σφάζουν, ετράβησα της την τζαι έβαλα της την φωνή. «Άτε έφυες που δαμέ, πήαιννε στην μάμμα τζαι κανεί». Απελπισία, θρήνος, οδυρμός.
Εξεκίνησε να κωλοσύρνει τα ποούθκια της τζαι με νεκαλητές κραυγές να φωνάζει «Μάμμα, μάμμα, εν με θέλει ο παπάς. Είπε μου να φύω. Έτον, έτον, είπε μου να φύω.» Τζαι εγώ να στέκουμαι αναμαλλιάρης με την φανέλλα που φορώ για πυτζάμα τζαι το παντελόνι της δουλειάς, κουμπημένος πας τον παραστατό της πόρτας, να νιώθω ο πιο σκληρός, ο πιο άκαρδος τζαι ο πιο αχώνευτος γονιός του κόσμου.
Εγονάτισα στο ύψος της, εφώναξα της. Εστράφηκε πίσω. Το πρόσωπο της μια νεκατωσιά δακρύων τζαι μύξας. «Εννα είσαι φρόνιμη;» είπα. Έσουσε την κκελλέ της καταφατικά τζαι έρεξε το σιέρι της σαν την σκούπα πάνω στα μάγουλα της για να σκουπιστεί. Εχαμογέλασα τζαι αμέσως έππεσε μες την αγκαλιά μου τζαι άρκεψε να γελά. «Αγαπώ σε, παπάκη μου» είπε τζαι αμέσως εξέχασα τζαι τα νεύρα, τζαι τα κλάματα τζαι ούλλα.


01
Ιούλ 14

Φυλακή

«Έφας με τζαι κατάλυσες με, ρε πορνόγερε. Σαρανταπέντε χρόνια, έφκαλες μου την ψυσιή μου, να πεθάνω να πάω στ’ ανάθθεμα να ησυχάσω που λλόου σου τζαι να σε αφήκω να σε φαν οι ποντιτζοί». Σαν του εμίλαν, εφάκκαν το σινί μες στην βούρνα τζαι έτριφεν με το ττέλλι τες μίλλες να ξικολλίσουν. Ευτυχώς που ήταν αλουμινένιο το σινί γιατί αν ήταν τρόπος είσιεν να τρίφει τον άντρα της να τον ξηπετσίσει που τα νεύρα της. Φοητσιασμένος, αμήχανος τζαι προσπαθώντας να κρατήσει μια ψύχραιμη στάση είπε «Μα είνταμ’ που σου έκαμα μάνα μου τζαι φωνάζεις τωρά; Άφησ’ τα πιάτα τζαι έλα να συντύχουμε».

Προσπαθώντας να επιβάλει την αντρική του παρουσία στο δωμάτιο, εγύρισε την καρέκλα πλάγια τζαι εκούμπισε τον ώμο του στην τζεφαλαρκά. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, έφκαλε την πατερημίν τζαι εδιάταξε με αβεβαιότητα: «Άτε, ψήσε θκυο καφέδες τζαι έλα κάτσε δαμαί μιτά μου να συντύχουμε».

Όπως εγύρισε να τον δει, έσυρε του με ούλλη της την δύναμη το ττέλλι των πιάτων. «Έν’ την κκελλέ σου που έννα σου σσίσω οξά έννα σου ψήσω τζαι καφέ», ετσιρίλλισε. Εκοτσίνισε το πρόσωπο της τζαι τα μαλλιά της εππέσαν μες στα μούτρα της. Εσκούπισε τα σιέρκα της πας την κλαδωτή ποθκιά, που είσιεν ράψει μόνη της που ένα παλιό νεανικό της φόρεμα. Βιαστικά, επλησίασε τον άντρα της τζαι έσσυψε να μαζέψει το ττελλούι.

Έπιασε την που το μπράτσο τζαι έσφιξε την. Τα βλέμματα τους εσμίξαν τζαι εδημιουργήσαν ηλεκτρικό πεδίο μεταξύ τους. Μμάθκια γεμάτα θυμό, απογοήτευση, που κρύφκουν σσιλιάες μηνύματα, μέσα στις κόρες τζαι στα χρώματα που πάλλονται ακανόνιστα τζαι νεκατώννουνται όπως τες κουφάες μες στον λάκκο.

Ψιθυριστά τζαι ήρεμα είπε της «μεν γελαστείς να μου ξανασύρεις τίποτε». «Γιατί;» εφώναξε τζείνη τζαι ετράβησε το σιέρι της σπρώχνοντας μακριά. Τζείνο το γιατί. Επεράσαν πολλές σκέψεις που τον νου του. Όχι μόνο τωρά, τζαι σε άλλους καφκάες. Ποττέ εν εμπόρεσε να τελειώσει τούτη την πρόταση. «Γιατί έννα σε δέρω!», «Γιατί έννα φύω να σε αφήκω!», «Γιατί έννα τα σπάσω ούλλα δαμέσα!». Ποττέ εν απάντησε τούτο το γιατί, το προκλητικό. Το γιατί που εξίντυννε που πάνω του ούλλη την μαγκιά, τον αντρισμό του.

«Έν’ με το αβρατινί, σιχτιμινί κόρη μου; Εκαταντήσαμε να μεν μπορούμε να πούμε μια κουβέντα σιόρ! Είντα εφουτουνιάστηκες σαν ήταν ο κουμπάρος δαμαί», είπεν της, εσηκώθηκε πάνω, άνοιξε τα σιέρκα του επικαλούμενος τους ουρανούς τζαι έδεισε τα φρύθκια του.
«Άλλο μιαν κουβέντα, τζαι άλλο να συναγλύφεσαι όπως τον κάττο τζαι να γλυκοθωρείς τες ζάμπες της κόρης του κουμπάρου. Έν’ μωρό ρε, ‘εν’ μωρό, εμπορούσε να εν αγγόνισσα σου ρε, πόρνε».

Εγεμώσαν τα μμάθκια της. Έφκαλεν την ποθκιά, εμάτσιασε την τζαι έφερε την κοντά στο πρόσωπο της. Έχασε για μια στιγμή την ισορροπία της τζαι εκούμπησε στον παραστατό της πόρτας. Άρκεψε να νεκαλλιέται «Έσπασες με ρε…έσπασες με…». Έκατσε χαμαί, τζαι όπως το φτερούγισμα που φεύκει εμουρμούρισε: «Εγέρασες με ρε…».


27
Ιούν 14

Το χτένισμα

Το πρωί εν της αρέσκει να την χτενίζω. Τα μαλλιά της έν’ κυμματιστά τζαι κατσαρώνουν. Ξυπνά τζαι εν μπλεγμένα, νεκατωμένα όπως τα κλωνιά της κονναρκάς της ξερής. «Επήρε που τον παπά της, που επήρε που τον παπά του» λαλεί η μάνα μου άμα προσπαθεί να της τα πιάσει βρούλλο.
Τα μαλλιά μου έν’ μαύρα τζαι πυκνά. Σε αντίθεση με πολλούς της ηλικίας μου, ακόμα εν είδα άσπρες τρίσιες τζαι είμαι τζαι σχεδόν σίουρος ότι εν θα κκελλιάσω. Έν’ κυμματιστά τζαι στο φυσικό τους, ακούρευτα μοιάζουν με θρουμπί τζαι εν θαμπά τζαι άχαρα. Έν’ σκλερά τζαι μεγαλώνουν κολλημένα πας στην κκελλέ μου.
Προσπαθώ να της τα βρέχω νάκκο για να γλοιάζει η χτενιά, αλλά εν καταφέρνω τζαι πολλά. «Να την λούννετε με μαλακτικό τζαι εννα σάσουν» είπε μου η νύφφη μου. Πάλε, εν εκατάφερα τίποτε. Το πρωί σηκώννεται τζαι εν όπως την πελλή του χωρκού. Όπως τα κουκλούθκια που εβάλλαμε στες άκρες των μολυφκιών μας στο σχολείο.
Η γεναίκα μου είπε μου να μεν την χτενίζω. Να τα αφήννω τα μαλλιά της φυσικά τζαι εννα γίνουνται πουκλούες. Πράγματι άμα εν τα χτενίσεις πολλά, ξεκινούν τζαι σγουρώνουν τζαι γίνουνται μακριές μπούκλες. Όπως τους αρχαίους Έλληνες στις Μυθολογίες του Στρατίκη, ή όπως τες μπούκλες που κάμνει η κομμώτρια του χωρκού στες κουμέρες άμα έννα παν σε γάμο.
«Έλα να χτενιστούμε Ρέα μου».
«Όι παπά. Παίζω τωρά».
«Έλα τζαι αρκήσαμε, έννα ξεκινήσει μάθημα η κυρία Αντωνία τζαι εμείς εννα χτενιζούμαστε ακόμα».
«Όι παπά. Πονώ που με χτενίζεις».
Άμα λείψουν οι δικαιολογίες τζαι άμα την τραβολοήσω τζαι λλίο που την μέση, κοντέφκει να την χτενίσω. Έν’ μωρό ακόμα τζαι κάμνω την ζάφτην, άμα μιαλύνει όμως εν θα την κουμαντάρω. Εν πειράζει όμως επειδή άμα μεγαλώσει έννα έν’ δικό της πρόβλημα τα μαλλιά της τζαι όι δικό μου.
Σκέφτουμαι ότι εννά μου βάλλει κατάρες τες νύχτες που έννα πρέπει να τα σάζει για να φαίνεται όμορφη τζαι να αρέσει στον μιτσή που έννα την κορταρεί. Έν’ που τα λλία πράματα που εκληρονόμησε που εμένα. Επήρε την ομορφκιά της μάνας της τζαι τα κατσαρά μαλλιά του παπά της.
Στέκεται με την ράσιη της μπροστά μου. Ξεκινώ να της χτενίζω τα μαλλιά που κάτω χαμηλά, κρατώντας τον κότσο με το ένα μου χέρι για να φέρνω αντίσταση στην πίεση της χτενιάς. Θυμώνει, πονεί, φακκά τα πόθκια της χαμαί.
Ξεκινώ ξανά που την αρκή τζαι τραουδώ της «Πολύ με πίκρανε η ζωή, μακριά θα φύγω ένα πρωί…».
Τζαι ώσπου να φτάσω στο «… μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα..» ηρεμά τζαι ακούει με. Τζαι στο «Αγαπημένη μου μην κλαις…» τα μαλλιά της μοιάζουν με τα κύμματα της ήρεμης θάλασσας. Τζαι στο τέλος «μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά» τζαι ξεκινούμε να τον κατακτήσουμε.


20
Ιούν 14

Κατακλυσμός

Το τριήμερο του κατακλυσμού, είπα να κλείσω ένα σπίτι αγροτουρισμού, να μείνω με την γυναίκα μου. Ήβρα στο ίντερνετ ένα σπίτι/δωμάτιο στο Μαρώνι που λαμβάνοντας υπόψην τες φωτογραφίες, έμοιαζε προεδρική σουίττα, στο πιο χωρκάτικο όμως.
Επλάναρα τα ούλλα μες τον νού μου, να αφήκω το μωρό σε όποια γιαγιά το διεκδικήσει πρώτη τζαι να φυγαδεύσω την γυναίκα μου χωρίς να πω σε κανένα που ακριβώς πάμε. Να κλείσω κινητά, ίντερνετ, τζαι να κόψω τες εύκολες μεθόδους επικοινωνίας μαζί μας. Αν εσυνέβενε κάτι επείγον, θα μας έβρεισκε είτε η αστυνομία είτε η πυροσβεστική. What happens in Maroni, stays in Maroni.
Για να είμαι ειλικρινής, που τες φωτογραφίες στο ίντερνετ, επροβλημάτισε με το γεγονός ότι το δωμάτιο έμοιαζε να έσιει παραπάνω καθρέφτες από ότι εχρειάζετουν. Λάθος μου, εν το ανάλυσα παραπάνω.
Στην ουσία όμως, οι καθρέφτες ήταν τζιαμέ για να φαίνεται το δωμάτιο πιο μεγάλο στες φωτογραφίες. Μόλις μας άνοιξε η ιδιοκτήτρια για να μπούμε, εκατάλαβα την παραποθκιά που έκαμε. Το δωμάτιο ήταν, με την καλύτερη έννοια, λλίο μεγαλύτερο που ένα γουμά. Αν το εγέμωνες νερό τζαι έβαλλες χρυσόψαρο μέσα, θα επάθθενε κλειστοφοβία. Εμπήκαμε μέσα, εβάλαμε τες βαλίτσες στην μέση του δωματίου τζαι δεν είσιεν τόπο να θκιαλλάξουμε. Εδιούσαμεν ο ένας πάνω στον άλλο.
Οι τοίχοι βαμμένοι κοκκινοι σε συνδυασμό με τα κυπριακά τα κεντήματα πας το τραπεζάκι τζαι τους καθρέφτες. Αν εγυρίζετουν ποττέ Κυπριακή ταινία πορνό την δεκαετία του 60, δαμέ θα εγυρίζετουν.
Το πρόβλημα ήταν ότι τζιαι το δωμάτιο εμύριζε σάννα τζαι εκάμαν σέξ μέσα καμια εικοσαριά άτομα, είτε μαζί, είτε ετεροχρονισμένα σε τακτά χρονικά διαστήματα τζαι χωρίς κάποιος να ενδιαφερτεί να ανοίξει κανένα παράθυρο.
Άντεξα κανένα εικοσάλεπτο μέσα. Φκάιννω έξω στην αυλή τζαι πιάννω την ιδιοκτήτρια τηλέφωνο. Εξηγώ της ότι εν διακοπές με την γενέκα μου που έθελα να έρτω τζαι όι να νοικιάσω δωμάτιο για να αναγιώσω σιοιροκούνελλα. Ευγενέστατος όπως πάντα.
Φυσικά, η κλασσική Κυπριακή απάντηση ήταν ότι το δωμάτιο εν υπέροχο τζαι εμείς είμαστε ιδιότροποι. Συγκεκριμένα, το ενοικιάσαν πρόσφατα για 10 μερες κάποιοι Ευρωπαίοι τζαι εμείναν κατενθουσιασμένοι. Επειδή όμως εν ήθελε να συζητήσει άλλο, επρότεινε να μας δώσει πίσω τα μισά λεφτά, για να μεν χάσει τζαι τζείνη ούλλο το κέρδος του τριημέρου.
Εξέχασα τους καλούς μου τρόπους, έκλεισα τα μάθκια μου τζαι άνοιξα το στόμα μου. Μόλις ανέφερα τον ΚΟΤ, αυτόματα άλλαξε διάθεση τζαι επροθυμοποιήθηκε να μου δώσει τα λεφτά μου πίσω τζαι να πάω στο καλό.
Σκέφτου να ήμουν Γερμανός για παράδειγμα τζαι να εταξίδευκα χιλιάδες μίλια για να πάω να μείνω σε τούτο το δωμάτιο, νομιζόμενος ότι εν καλό. Τζαι να καταλήξω στον γουμά της Κυπραίας, που τον εμετάτρεψε σε δωμάτιο τάχα αγροτουριστικό. Γιατί όποιος κοτσάρει ένα λευκαρίτικο πάνω σε ένα τραπεζάκι, κάμνει παραδοσιακό, αγροτουριστικό δωμάτιο τζαι θέλει το ένα, αλλό ‘να για να το νοικιάσει.
Τζαι μετά διερωτούμαστε που επήαν οι τουρίστες.


20
Ιούν 14

ΙΚΕΑ

Είχα μια δουλειά στο εμπορικό κέντρο Σιακόλα κάποιο πρωινό της προηγούμενης εβδομάδας. Επήα λοιπόν τζ’αι έκατσα μέσα στο αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του ΙΚΕΑ τζ’αι επερίμενα να γίνει 9 για να κάμω τη δουλειά που είχα.
Ήμουν τζ’αμαί που τες 8:20 περίπου. Τέθκοιες στιγμές τζ’υνηώ τες. Ειδικά τα πρωινά, άμα είμαι μόνος μου κάπου έξω, γουστάρω πολλά. Εν σαν να τζ’αι εβούρησα τζ’αι επρόλαβα την πρώτη θέση στην προβολή της μέρας. Για λλίην ώρα, ώσπου να σηκωθούν ούλλοι τζ’αι να αρκέψουν να συνάουνται, ο χώρος εν δικός μου.
Δικός μου να απολαύσω τη μουσική μου, το σάντουιτς μου, τον καφέ μου. Να κάμω μια παύση που τη ρουτίνα της καθημερινότητας.
Έλα όμως που μόλις εγλύκανε λλίο το στόμα μου που τη μαρμελάδα φράουλα του προγεύματός μου, είδα μια κυρία να πααίννει να στέκεται μπροστά που την κλειστή πόρτα του ΙΚΕΑ. Εστάθηκε με το πρόσωπο να θωρεί την κλειστή πόρτα τζ’αι πίσω της την απόλυτη ερημιά.
Ήταν μια μεγάλη σε ηλικία κυρία. Εφορούσε μια καμπαρτίνα μπεζ, με τυπωμένα ακανόνιστα σχέδια τζ’αι κολλάρο με γούννα. Μαλλιά αραιά που την ηλικία, αλλά περιποιημένα, μαύρα τζ’αι φουντωτά. Σκούρα, στρογγυλά, μεγάλα γυαλιά, σαν της Ωνάση, με χρυσή, σκαλιστή διακόσμηση στα στηρίγματα. Γενικά ήταν σασμένη γυναίκα. Σασμένη του καφέ που λαλεί η μάνα μου.
Πραγματικά εκίνησε μου την περιέργεια το ότι μια γεναίκα τζ’είνης της ηλικίας επερίμενε 40 λεπτά πριν να ανοίξει το κατάστημα έξω μες την κρυάδα. «Φοάται άμπα τζ’αι λείψουν οι καναπέδες τζ’αι τα κεράκια τα ρεσό;», εσκέφτηκα αστειευόμενος με τον εαυτό μου. Ώσπου να πιω λλίο καφέ, ήρτεν ακόμα μια κυρία τζ’αι εστάθηκε δίπλα της.
«Άγια ολάν», εσκέφτηκα. «Εννά μας πελλάνουν σήμερα οι κοτζιάκαρες». Αρκέψαν εσυντυχάνναν η μια με την άλλη, εφάνηκε ότι εγνωρίζουνταν τζ’αι ώσπου να δεις τζ’αι να πεις, έτον τζ’αι έναν κύριο με το μπαστούνι. Έφκαλε το καρό μπερέ που εφορούσε τζ’αι εχαιρέτησε ευγενικά. Εγώ, σιωπηλός θεατής, πίσω που το τζάμι του αυτοκινήτου. Στα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι λεπτά η είσοδος του ΙΚΕΑ εγέμωσε με καμιά τριανταριά, μπορεί τζ’αι παραπάνω συνταξιούχους να περιμένουν υπομονετικά να ανοίξουν οι πόρτες. Η ώρα 9 ανοίξαν τελικά οι πύλες του υπερκαταστήματος τζ’αι, όπως τα κουρτιστά τα παιγνίθκια, οι γέροι εμπήκαν μέσα τζ’αι βιαστικά εκατευθυνθήκαν προς τες σκάλες.
Απορημένος εμπήκα τζ’αι εγώ πίσω τους.
«Έσ’ει κανένα ξεπούλημα τζ’αι εβουρήσαν έτσι;», λαλώ απορημένος σε έναν υπάλληλο.
«Όι, έν κάθε μέρα δαμαί τζ’αι περιμένουν», απαντά ατάραχος. Πριν προλάβω να συνεχίσω την απορία μου, λαλεί: «Ώς τες 10:30 ο καφές εν δωρεάν, έρκουνται δαμαί, κάθουνται, πίννουν καφέ τζ’αι κόφκουν κίνηση».
«Ωραία», είπα τζ’αι εχαμογέλασα. «Ωραία», λαλεί τζ’αι ο υπάλληλος, «που να παν τζ’αι τούτα τα πλάσματα; Παντές τζ’αι έσ’ει τζ’αι πολλούς τόπους».
Έβαλα τα σ’έρκα στες τζιέπες τζ’αι εφκήκα έξω που το κατάστημα με ένα περίεργο συναίσθημα. Χαρά, λύπη, ζήλεια, ούλλα μαζί.