20
Ιούν 14

Κατακλυσμός

Το τριήμερο του κατακλυσμού, είπα να κλείσω ένα σπίτι αγροτουρισμού, να μείνω με την γυναίκα μου. Ήβρα στο ίντερνετ ένα σπίτι/δωμάτιο στο Μαρώνι που λαμβάνοντας υπόψην τες φωτογραφίες, έμοιαζε προεδρική σουίττα, στο πιο χωρκάτικο όμως.
Επλάναρα τα ούλλα μες τον νού μου, να αφήκω το μωρό σε όποια γιαγιά το διεκδικήσει πρώτη τζαι να φυγαδεύσω την γυναίκα μου χωρίς να πω σε κανένα που ακριβώς πάμε. Να κλείσω κινητά, ίντερνετ, τζαι να κόψω τες εύκολες μεθόδους επικοινωνίας μαζί μας. Αν εσυνέβενε κάτι επείγον, θα μας έβρεισκε είτε η αστυνομία είτε η πυροσβεστική. What happens in Maroni, stays in Maroni.
Για να είμαι ειλικρινής, που τες φωτογραφίες στο ίντερνετ, επροβλημάτισε με το γεγονός ότι το δωμάτιο έμοιαζε να έσιει παραπάνω καθρέφτες από ότι εχρειάζετουν. Λάθος μου, εν το ανάλυσα παραπάνω.
Στην ουσία όμως, οι καθρέφτες ήταν τζιαμέ για να φαίνεται το δωμάτιο πιο μεγάλο στες φωτογραφίες. Μόλις μας άνοιξε η ιδιοκτήτρια για να μπούμε, εκατάλαβα την παραποθκιά που έκαμε. Το δωμάτιο ήταν, με την καλύτερη έννοια, λλίο μεγαλύτερο που ένα γουμά. Αν το εγέμωνες νερό τζαι έβαλλες χρυσόψαρο μέσα, θα επάθθενε κλειστοφοβία. Εμπήκαμε μέσα, εβάλαμε τες βαλίτσες στην μέση του δωματίου τζαι δεν είσιεν τόπο να θκιαλλάξουμε. Εδιούσαμεν ο ένας πάνω στον άλλο.
Οι τοίχοι βαμμένοι κοκκινοι σε συνδυασμό με τα κυπριακά τα κεντήματα πας το τραπεζάκι τζαι τους καθρέφτες. Αν εγυρίζετουν ποττέ Κυπριακή ταινία πορνό την δεκαετία του 60, δαμέ θα εγυρίζετουν.
Το πρόβλημα ήταν ότι τζιαι το δωμάτιο εμύριζε σάννα τζαι εκάμαν σέξ μέσα καμια εικοσαριά άτομα, είτε μαζί, είτε ετεροχρονισμένα σε τακτά χρονικά διαστήματα τζαι χωρίς κάποιος να ενδιαφερτεί να ανοίξει κανένα παράθυρο.
Άντεξα κανένα εικοσάλεπτο μέσα. Φκάιννω έξω στην αυλή τζαι πιάννω την ιδιοκτήτρια τηλέφωνο. Εξηγώ της ότι εν διακοπές με την γενέκα μου που έθελα να έρτω τζαι όι να νοικιάσω δωμάτιο για να αναγιώσω σιοιροκούνελλα. Ευγενέστατος όπως πάντα.
Φυσικά, η κλασσική Κυπριακή απάντηση ήταν ότι το δωμάτιο εν υπέροχο τζαι εμείς είμαστε ιδιότροποι. Συγκεκριμένα, το ενοικιάσαν πρόσφατα για 10 μερες κάποιοι Ευρωπαίοι τζαι εμείναν κατενθουσιασμένοι. Επειδή όμως εν ήθελε να συζητήσει άλλο, επρότεινε να μας δώσει πίσω τα μισά λεφτά, για να μεν χάσει τζαι τζείνη ούλλο το κέρδος του τριημέρου.
Εξέχασα τους καλούς μου τρόπους, έκλεισα τα μάθκια μου τζαι άνοιξα το στόμα μου. Μόλις ανέφερα τον ΚΟΤ, αυτόματα άλλαξε διάθεση τζαι επροθυμοποιήθηκε να μου δώσει τα λεφτά μου πίσω τζαι να πάω στο καλό.
Σκέφτου να ήμουν Γερμανός για παράδειγμα τζαι να εταξίδευκα χιλιάδες μίλια για να πάω να μείνω σε τούτο το δωμάτιο, νομιζόμενος ότι εν καλό. Τζαι να καταλήξω στον γουμά της Κυπραίας, που τον εμετάτρεψε σε δωμάτιο τάχα αγροτουριστικό. Γιατί όποιος κοτσάρει ένα λευκαρίτικο πάνω σε ένα τραπεζάκι, κάμνει παραδοσιακό, αγροτουριστικό δωμάτιο τζαι θέλει το ένα, αλλό ‘να για να το νοικιάσει.
Τζαι μετά διερωτούμαστε που επήαν οι τουρίστες.


20
Ιούν 14

ΙΚΕΑ

Είχα μια δουλειά στο εμπορικό κέντρο Σιακόλα κάποιο πρωινό της προηγούμενης εβδομάδας. Επήα λοιπόν τζ’αι έκατσα μέσα στο αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του ΙΚΕΑ τζ’αι επερίμενα να γίνει 9 για να κάμω τη δουλειά που είχα.
Ήμουν τζ’αμαί που τες 8:20 περίπου. Τέθκοιες στιγμές τζ’υνηώ τες. Ειδικά τα πρωινά, άμα είμαι μόνος μου κάπου έξω, γουστάρω πολλά. Εν σαν να τζ’αι εβούρησα τζ’αι επρόλαβα την πρώτη θέση στην προβολή της μέρας. Για λλίην ώρα, ώσπου να σηκωθούν ούλλοι τζ’αι να αρκέψουν να συνάουνται, ο χώρος εν δικός μου.
Δικός μου να απολαύσω τη μουσική μου, το σάντουιτς μου, τον καφέ μου. Να κάμω μια παύση που τη ρουτίνα της καθημερινότητας.
Έλα όμως που μόλις εγλύκανε λλίο το στόμα μου που τη μαρμελάδα φράουλα του προγεύματός μου, είδα μια κυρία να πααίννει να στέκεται μπροστά που την κλειστή πόρτα του ΙΚΕΑ. Εστάθηκε με το πρόσωπο να θωρεί την κλειστή πόρτα τζ’αι πίσω της την απόλυτη ερημιά.
Ήταν μια μεγάλη σε ηλικία κυρία. Εφορούσε μια καμπαρτίνα μπεζ, με τυπωμένα ακανόνιστα σχέδια τζ’αι κολλάρο με γούννα. Μαλλιά αραιά που την ηλικία, αλλά περιποιημένα, μαύρα τζ’αι φουντωτά. Σκούρα, στρογγυλά, μεγάλα γυαλιά, σαν της Ωνάση, με χρυσή, σκαλιστή διακόσμηση στα στηρίγματα. Γενικά ήταν σασμένη γυναίκα. Σασμένη του καφέ που λαλεί η μάνα μου.
Πραγματικά εκίνησε μου την περιέργεια το ότι μια γεναίκα τζ’είνης της ηλικίας επερίμενε 40 λεπτά πριν να ανοίξει το κατάστημα έξω μες την κρυάδα. «Φοάται άμπα τζ’αι λείψουν οι καναπέδες τζ’αι τα κεράκια τα ρεσό;», εσκέφτηκα αστειευόμενος με τον εαυτό μου. Ώσπου να πιω λλίο καφέ, ήρτεν ακόμα μια κυρία τζ’αι εστάθηκε δίπλα της.
«Άγια ολάν», εσκέφτηκα. «Εννά μας πελλάνουν σήμερα οι κοτζιάκαρες». Αρκέψαν εσυντυχάνναν η μια με την άλλη, εφάνηκε ότι εγνωρίζουνταν τζ’αι ώσπου να δεις τζ’αι να πεις, έτον τζ’αι έναν κύριο με το μπαστούνι. Έφκαλε το καρό μπερέ που εφορούσε τζ’αι εχαιρέτησε ευγενικά. Εγώ, σιωπηλός θεατής, πίσω που το τζάμι του αυτοκινήτου. Στα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι λεπτά η είσοδος του ΙΚΕΑ εγέμωσε με καμιά τριανταριά, μπορεί τζ’αι παραπάνω συνταξιούχους να περιμένουν υπομονετικά να ανοίξουν οι πόρτες. Η ώρα 9 ανοίξαν τελικά οι πύλες του υπερκαταστήματος τζ’αι, όπως τα κουρτιστά τα παιγνίθκια, οι γέροι εμπήκαν μέσα τζ’αι βιαστικά εκατευθυνθήκαν προς τες σκάλες.
Απορημένος εμπήκα τζ’αι εγώ πίσω τους.
«Έσ’ει κανένα ξεπούλημα τζ’αι εβουρήσαν έτσι;», λαλώ απορημένος σε έναν υπάλληλο.
«Όι, έν κάθε μέρα δαμαί τζ’αι περιμένουν», απαντά ατάραχος. Πριν προλάβω να συνεχίσω την απορία μου, λαλεί: «Ώς τες 10:30 ο καφές εν δωρεάν, έρκουνται δαμαί, κάθουνται, πίννουν καφέ τζ’αι κόφκουν κίνηση».
«Ωραία», είπα τζ’αι εχαμογέλασα. «Ωραία», λαλεί τζ’αι ο υπάλληλος, «που να παν τζ’αι τούτα τα πλάσματα; Παντές τζ’αι έσ’ει τζ’αι πολλούς τόπους».
Έβαλα τα σ’έρκα στες τζιέπες τζ’αι εφκήκα έξω που το κατάστημα με ένα περίεργο συναίσθημα. Χαρά, λύπη, ζήλεια, ούλλα μαζί.


10
Ιούν 14

ΛΟΑΤ

Με τη μάνα μου διατηρώ μιαν ιδιαίτερη σχέση. Μέχρι σήμερα νομίζω έν’ ‘που τους λλίους ανθρώπους που μπορώ να κάτσω να μιλήσω, όχι για ούλλα τα θέματα που με απασχολούν, αλλά σίουρα για κάποιες σκέψεις τζαι προβλήματα που μπορεί να προκύψουν.
Η μάνα μου ακούει με. Κάθεται πάντα απέναντί μου, τζαι συνήθως χωρίς να σχολιάζει τζαι να απαντά, ακούει με. Όπως ένας μεγάλος, ανοιχτός φάκελος. Σύρνω μέσα πληροφορίες, κουβέντες, ασυναρτησίες, νεύρα τζαι θεωρίες. Αννοίει την ώρα που εννά κάτσω, λογικά κλείει την ώρα που εννά φύω, τζαι μάλλον ξαναννοίει άμαν εννά κάτσει κανένας αρφός μου. Εξομολογητής, ψυχολόγος, ο ύστατος σταθμός κάθαρσης, το τείχος των δακρύων της οικογένειας.
Αν τζαι για μέναν εν θα έν’ ποττέ κοτζιάκαρη, η μάνα μου έν’ μεγάλη. Εγεννήθηκε σε μιαν εποχή πολλά διαφορετικήν ‘που τη δική μας. Σε μιαν εποχή που οι άνθρωποι ήταν πιο απλοί, που οι πόλεις ήταν πιο φιλικές τζαι η ζωή πιο κατανοητή. Γενικά, ήταν πιο εύκολο να καταλάβεις τα πράματα τότε. Εν υπήρχαν ασύρματα δίκτυα, φωτογραφικές χωρίς φιλμ, τηλεοράσεις με θκιακόσια κανάλια. Έναν τζαι έναν ήταν δύο, αρσενικό, θηλυκό. Άντρας, γεναίκα.
Γι’ αυτό τζαι εξαφνιάστηκα θετικά με την αντίδρασή της όταν της είπα ότι η γυναίκα μου επήρεν το μωρό στη διαδήλωση περηφάνιας των ΛΟΑΤ. «Είντα επήεν;» ερώτησε με συγκρατημένα. «Δηλαδή, με ποιους έν’ που ένι;» εξήγησε στη συνέχεια. Μη μπορώντας να ενώσει τα κομμάθκια μες στον νουν της, ότι μια στρέιτ γυναίκα πάει σε μια εκδήλωση για γκέι, τζαι προσπαθώντας να δώκει νόημα στη γενική εικόνα, ανασηκώθηκε ελαφρά ‘που την καρέκλαν της τζαι έγειρε μπροστά, μάλλον για να μου δείξει ότι έχω την αμέριστη προσοχή της.
«Με ποιους ένι, μάμμα! Έν’ με το δίκαιο! Έν’ μια εκδήλωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο κάθε άνθρωπος, άσχετα με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, πρέπει να έσιει την ίδια θέση στην κοινωνία όπως ο καθένας μας.»
«Δηλαδή τι ζητούν τζαι διαδηλώνουν;» εσυνέχισε να με ρωτά, ξαφνιάζοντάς με για δεύτερη φορά με το πόσο διατεθειμένη ήταν να με ακούσει.
«Τουλάχιστον νομική κατοχύρωση. Μέχρι πρόσφατα τούτοι οι άνθρωποι εθεωρούνταν εγκληματίες. Η Εκκλησία προσβάλλει τους, τα ΜΜΕ χλευάζουν τους, η κοινωνία περιθωριοποιεί τους. Βασικά ζητούν να μεν έσιει σχέση το τι κάμνουν στην προσωπική τους ζωή με το πώς αντιμετωπίζονται ‘που το κράτος.»
«Εν τζαι ζητούν τίποτε παράλογο» απάντησε η μάνα μου. «Ο καθένας κάμνει ό,τι θέλει έσσω του. Έχουν δίκαιον τα πλάσματα. Εμέναν εν με ενόχλησαν ποττέ. Έν’ η Εκκλησία που εν τους χωνεύκει.»
«Τζαι του μωρού πώς του το εξηγήσετε τούτο;»
«Ακόμα εν εχρειάστηκε να της εξηγήσω τίποτε. Τζιαμαί που εννά χρειαστεί να της εξηγήσουμε οτιδήποτε, το μόνο που χρειάζεται να ξέρει έν’ ότι μπορεί να αγαπήσει όποιον την αγαπά. Ασχέτως του τι ράτσα είναι, του τι φύλον έσιει τζαι του τι γεύση παγωτό του αρέσκει.»


26
Μαΐ 14

Οι Αμερικάνοι

Εν ενεκατώθηκα στη συζήτηση. Εσυνέχισα να τρώω τες φατζιές μου τζαι να ακούω τάχα αδιάφορα, αλλά προσεχτικά την συζήτηση. «Οι Αμερικάνοι εν μαννοί» είπε, τζαι εγύρισε την καρέκλα προς τον συνομιλητή του.
Ο άλλος εγέμωσεν το ποτήρι του νερό που το ψυγείο τζαι έδισε τα σιέρκα του. «Πως εν μαννοί εν δεδομένο, εσύ γιατί το λαλείς με τόση σιουρκά όμως;»
«Άκου να δεις λεβέντη μου. Εγώ επήα στην Αμερική πριν τέσσερα χρόνια με την δουλειά. Εμπήκαμε μέσα σε ένα πουτζείνα τα τεράστια τα μολ με τους συναδέλφους μου για να ψουμνίσουμε. Άμα τζαι εγοράσαμεν καμπόσα μασκαραλλίκια τζαι εβαρήσαμεν που τες τσέντες, εκάτσαμε σε ένα τραπέζι να φάμε. Τι να φάμε; Μόνο πουτούντες πελλάρες είσεν. Κάτι χάμπουρκερ, κάτι τηανητά κοτόπουλλα, κάτι παγωτά.»
«Ε, αφού τζειμέσα μόνο πουτούτα τρων» εδιέκοψεν τον ο άλλος τζαι εγέλασε ειρωνικά.
«Ακριβώς ρε, έπιασες το που το στόμα μου. Το λοιπόν, είπα να ρωτήσω τζαμέ γυρώ αν είσιεν κάτι νάκκο πιο σόι να φάμε. Είσιεν μια γεναίκα τζαι εκάθετουν με τα κοπελλούθκια της. Κοντεύκω της, θωρεί με, τζαι ρωτώ την στα εγγλέζικα αν έσιει υπόψην της πούποτε τζαμέ κοντά που να κάμνει καμιά μπριζόλα, κανένα κρεατικό, άτε κανένα μακαρόνι.»
«Πέρκι να ήταν μπουκκωμένη τα χάμπουρκερ» είπε κάποιος που μια γωνιά γελώντας.
«Ου, καλά να είσαι» εσυνέχισε πλέον με φόρα τζαι παραπάνω πάθος, αφού είσιεν τζι άλλους ακροατές. «Ήταν βουττημένη μες τες κέτσιαπ τζαι τζείνη τζαι τα κοπελλούθκια της. Είπε μου ότι εν ήξερε κάτι τζιαμέ κοντά τζαι ότι έπρεπε να πιάμεν ταξί να πάμε προς το κέντρο να έβρουμε κανένα εστιατόριο.»
«Όπως έκαμα να φύω ερώτησε με πόθθεν είμαστεν. Που την Κύπρο, είπα της.»
«Γουέαρ ις Σάιπρους, λαλεί μου.»
Ο παρέας με το νερό, αποφάσισε να προσθέσει ότι είδε ένα βίτεο στο ίντερνετ στο οποίο οι Αμερικάνοι εν ήξεραν να έβρουν που εν η χώρα τους πας τον χάρτη, όι να ξέρουν που εν η Κύπρος.
«Εξήγησα της ότι είμαστε Έλληνες τζαι ότι ζούμε σε ένα νησί. Γιου νόου σούβλα; λαλώ της»
«Εν είσιεν ιδέα μάλλον η Αμερικάνα ρε φίλε έννε;» ερώτησε ένας τρίτος.
«Εν γι’ αυτό που σας λαλώ ρε. Οι Αμερικάνοι εν μαννοί, συντυχάννεις τους τζαι καταλάβεις τους ότι εν αχάπαροι. Τούτος ο Μπάιτεν που ήρτεν σήμερα, πρέπει να εν ο πιο αμπάλατος που ούλλους. Εν υπάρχει λόγος να γίνεται τούτο το καρκασιαλλίκκι ούλλο.»
Τόση ιστορία, τόσο κακό, τόσα διασταυρωμένα στερεότυπα, για να στηρίξουμε μια παλαβή τζαι ανούσια άποψη. Μια που τες πολλές συζητήσεις που οι Κυπραίοι θάφκουν ούλλους τους υπόλοιπους για να υποστηρίξουν ότι ζουν στο κέντρο της γης τζαι ότι ακόμα τζαι η Αμερικάνα που τρώει πατάτες τηανιτές στο Λούιβιλ, έπρεπε να τους ξέρει.
Εγύρισα τζαι είπα «Αν μέννεν άλλο οι Αμερικάνοι εκαταφέραν να στείλουν πλάσματα στο φεγγάρι. Εμείς τι εκαταφέραμε; Να πέψουμε την Αντιγόνη στην Ευρώπη;». Εκοιτάξαν με για λίο με απορία, τζαι αγνοήσαν με για το υπόλοιπο της μέρας.


14
Απρ 14

Ο αστροναύτης

Σε ένα γκρουπ στο ίντερνετ, συναναστρέφουμαι με διάφορους τύπους που ασχολούνται με την τεχνολογία. Έν’ όπως ούλλα τα γκρουπ που μπορείς να εύρεις διαδικτυακά, απλά στο συγκεκριμένο μιλούμε συνέχεια για υπολογιστές, τηλέφωνα, παιγνίδια τζ’αι κάμνουμε χιούμορ που μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε.

Έναν ‘που τα παιθκιά που εγνώρισα τζ’ειμέσα έν’ σχεδιαστής. Προς το παρόν, η παραπάνω δουλειά που έσ’ει, απ’ ό,τι εκατάλαβα, είναι να σχεδιάζει φανέλλες τζ’αι να τες πουλά στο ίντερνετ. Μεν φανταστείτε κανέναν διάσημο σχεδιαστή μόδας. Οι φανέλλες που φορούν οι νέρτουλλες έχουν πάνω διαστημόπλοια, εξισώσεις τζ’αι σαρκαστικό χιούμορ σχετικό με παιγνίδια τζ’αι pop culture. Σε τούτο που κάμνει φαίνεται να τα πηγαίνει καλά.

Πριν λλίες μέρες εμπήκε μέσα στο γκρουπ τζ’αι εδήλωσεν μας ενθουσιασμένα ότι η φανέλλα που φορεί ο αστροναύτης Steve Swanson ‘που το ISS έν’ δικόν του σχέδιο. Στην πρώτη φωτογραφία ‘που το Διάστημα που εδημοσιεύτηκε στο Instagram, ο αστροναύτης φορεί μια φανέλλα με ένα διαστημόπλοιο. Το σχέδιο έκαμεν το τούτον το παιδί πριν από δύο χρόνια.

Ούλλοι ενθουσιαστήκαμεν, αρκέψαμεν τα πειράγματα τζ’αι τα συγχαρητήρια. Είσ’εν τζ’αι έναν-θκυό που τον εσυγχαρήκαν tongue-in-cheek, που λαλούν οι Εγγλέζοι, αλλά εντάξει, ήταν αναμενόμενο. Νομίζω έν’ αξιοζήλευτο να φορεί κάτι που εσχεδίασες εσύ ένας αστροναύτης, σωστά;
Σαν να τζ’αι έξερα το, επέρασεν όπως τη διαφήμιση που τον νου μου η λεζάντα «Κύπριος σχεδίασε την φανέλλα του αστροναύτη». Εν επεράσαν πέντε λεπτά τζ’αι ήρτεν το λινκ ‘που το μεγαλύτερο πόρταλ ειδήσεων της Κύπρου, με έναν τίτλον παρόμοιο. Εμουντάραν αυτόματα να φκάλουν είδηση τα κοράκια.

Εξήχασα να επισημάνω κάτι όμως. Το κοπελλούιν εν έσ’ει κυπριακόν όνομα. Δηλαδή, έν’ Κυπραίος, μεινίσκει Κύπρο, μιλά κυπριακά, τρώει σούβλα, τταλαττούρι τζ’αι κάμνει ούλλα τα κοινότοπα πράματα που κάμνουμε σαν ράτσα. Απλώς μπορεί οι γονείς του ή ο ένας γονιός του [πραγματικά εν ξέρω ούτε με κόφτει να μάθω] μάλλον έννεν ‘που την Κύπρο, οπόταν το κοπελλούιν έσ’ει ξένον όνομα.

Μιλούμεν, τα ρατσιστικά σχόλια που εμπήκαν να γράψουν ‘που κάτω ‘που το άρθρο που εμιλούσε για το περιστατικό δεν περιγράφουνται. «Είντα Κυπραίος έν’ τούτος με έτσι όνομα» τζ’αι διάφορα παρόμοια. Αυτόματα, η παλιόρατσα ο Κυπραίος να μπει να οργώσει πά’ στη χαράν του άλλου, ρε κουμπάρε. Άμπα τζ’αι δει κανέναν καλλύττερον του, ολόισια να του εύρει αΐπιν.

Εθκιάβαζα τα σχόλια τζ’αι πραγματικά αντρέπουμουν που ήμουν Κυπραίος. Είντα παλιανθρώποι είμαστεν τελικά, δεν εμπήκεν έναν πλάσμα να του πει ‘που καρκιάς, μπράβο ρε παίχτη μου. Κατά τα άλλα, αψιουρίζεται ο Φέντερερ δίπλα ‘που τον Παγδατή, τζ’αι μόνον να το χουμιστεί ο κώλος μας μεινίσκει.
Ευτυχώς, όπως τον είδα τον παρέα, τίποτε δεν εκατάφερε να του κλέψει τη χαράν του. Αγνόησεν τα σχόλια, έκαμεν το δικόν του, ευχαρίστησε όσους εχαρήκαν μαζί του τζ’αι εσυνέχισε τη ζωήν του. Έτσι είναι, φίλε μου, άμα τα πράματα που δημιουργείς πετούν σε τροχιά γύρω ‘που την γη, καταλαβαίνεις ότι το αρφάλι της γης με τους ρατσιστές του έν’ εντελώς ασήμαντο.